Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Κυριακὴ τοῦ Πάσχα – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 12 Ἀπριλίου 2026






 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Α´ 1 - 17



1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. 2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. 3 πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. 5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. 6 Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι’ αὐτοῦ. 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. 9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. 10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. 11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. 12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. 14 Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 15 Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· Οὗτος ἦν ὃν εἶπον, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 16 Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Α´ 1 - 17


1 Κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας ὑπῆρχεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς ἄπειρος καὶ ζωντανὸς Λόγος ἀπὸ ἀπειροτέλειον καὶ πάνσοφον Νοῦν. Καὶ ὁ Λόγος ὡς δεύτερον πρόσωπον τῆς Θεότητος ὑπῆρχεν ἀχώριστος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἦτο πάντοτε πλησιέστατα πρὸς αὐτόν. Καὶ ἦτο Θεὸς τέλειος ὁ Λόγος. 2 Οὗτος ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας ἠνωμένος πρὸς τὸν Θεόν. 3 Ὅλα τὰ δημιουργήματα ἔγιναν διὰ τῆς συνεργασίας του μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἔγινεν οὔτε τὸ παραμικρὸν ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει. 4 Εἶχε μέσα του ζωήν, καὶ αὐτὸς ὡς πηγὴ τῆς ζωῆς ἐδημιούργησε καὶ συντηρεῖ κάθε ζωήν. Διὰ τοὺς λογικοὺς δὲ ἀνθρώπους ἦτο ἐξ ἀρχῆς καὶ τὸ πνευματικὸν καὶ ἠθικὸν φῶς, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦν τους καὶ τοὺς ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀλήθειαν. 5 Καὶ τὸ φῶς σκορπίζει τὴν λάμψιν του καὶ μεταξὺ τῶν σκοτισμένων ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν πλάνην ἀνθρώπων, διὰ νὰ φωτίσῃ καὶ αὐτούς, ἀλλ’ οἱ σκοτισμένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸ ἀντελήφθησαν καὶ δὲν τὸ ἐνεκολπώθησαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὸ ἐξουδετερώσουν καὶ νὰ τὸ κατανικήσουν. 6 Διὰ νὰ γνωρίσουν δὲ οἱ ἄνθρωποι τὸ φῶς, ἐνεφανίσθη κάποιος ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦτο Ἰωάννης. 7 Αὐτὸς ἦλθε ἔχων ὡς κυρίαν ἀποστολήν του νὰ δώσῃ μαρτυρίαν· ἦλθε δηλαδὴ νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶναι τὸ φῶς, διὰ νὰ πιστεύσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι διὰ τοῦ κηρύγματος αὐτοῦ (τοῦ Ἰωάννου). 8 Δὲν ἦτο ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἦλθεν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ φῶς. 9 Ὡς Λόγος καὶ ὡς δεύτερον πρόσωπον τῆς Θεότητος ἦτο πάντοτε ὁ Χριστὸς τὸ ἀπολύτως τέλειον φῶς, ἡ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ φωτὸς ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται εἰς τὸν κόσμον. 10 Ἦτο ἀνέκαθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸν κόσμον καὶ ἐπρονόει καὶ ἐκυβέρνα τὸν κόσμον, ὅλα δὲ τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα κτίσματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποτελεῖται ὁ ἐπίγειος καὶ οὐράνιος κόσμος, ἔγιναν δι’ αὐτοῦ. Καὶ ὅμως ὅταν τὸ φῶς ἐσαρκώθη καὶ ἔγινεν ἄνθρωπος, ὁ διεφθαρμένος καὶ εἰς τὰ γήϊνα προσκολλημένος κόσμος τῶν ἀνθρώπων δὲν τὸν ἀνεγνώρισεν ὡς δημιουργόν του. 11 Καὶ ὄχι μόνον ὁ κόσμος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδικοί του, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸν ἀπέρριψαν. Ἦλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἔζησεν ὡς ἄνθρωπος εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία ὡς γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἦτο ξεχωρισμένη πρὸ πολλοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς ἰδιαιτέρως ἰδική του. Καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, οἱ Ἰουδαῖοι, δὲν τὸν παρεδέχθησαν, ἀλλὰ τὸν ἠρνήθησαν σὰν ξένον καὶ ἐχθρόν. 12 Ὅσοι ὅμως τὸν ἐδέχθησαν καὶ τὸν ἐνεκολπώθησαν ὡς σωτῆρα τους, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα καὶ τὴν χάριν νὰ γίνουν τέκνα Θεοῦ. Ναί· Ἔδωκε τὸ προνόμιον αὐτὸ εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν πιστεύουν ὡς ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς Σωτῆρα τῶν ἀνθρώπων. 13 Αὐτοὶ δὲν ἐγεννήθησαν ἀπὸ γυναικεῖα αἵματα, οὔτε ἀπὸ ἐπιθυμίαν σαρκικήν, οὔτε ἀπὸ ἐπιθυμίαν καὶ θέλημα ἀνδρός, ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν. 14 Διὰ νὰ ἐντυπωθῇ δὲ περισσότερον εἰς τὸν καθένα τὸ μέσον τῆς ὑπερφυσικῆς αὐτῆς γεννήσεως καὶ υἱοθεσίας, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ Λόγος ἔγινεν ἐν χρόνῳ ἄνθρωπος. Καὶ ἔχων ὡς σκηνὴν καὶ ὡς ναὸν ἅγιον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, παρέμεινε μὲ πολλὴν οἰκειότητα μεταξύ μας σὰν ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἐχορτάσαμεν μὲ τὰ μάτια μας τὴν ὑπέρλαμπρον καὶ θεοπρεπῆ δόξαν του, ποὺ ἐφανερώνετο μὲ τὰ θαύματά του καὶ τὴν διδασκαλίαν του καὶ τὴν ἄλλην λαμπρότητα τῆς ἀναμαρτήτου καὶ κατὰ πάντα ἁγίας ζωῆς του. Ἦτο δόξα τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβε κατὰ χάριν καὶ δωρεάν, ὅπως τὴν λαμβάνουν τὰ λογικὰ δημιουργήματα, ἀλλὰ τὴν εἶχε φυσικὴν ἀπὸ τὸν Πατέρα, του Υἱὸς μονάκριβος ποὺ ἦτο, γεμᾶτος χάριν μὲ τὴν ὁποίαν τότε ἐθαυματούργει καὶ τώρα μᾶς ἀναγεννᾷ, καὶ γεμᾶτος ἀλήθειαν μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς διδάσκει. 15 Ὁ Ἰωάννης μαρτυρεῖ δι’ αὐτὸν καὶ φωνάζει δημοσίᾳ καὶ χωρὶς κανένα δισταγμόν, μὲ παρρησίαν, καὶ λέγει· Αὐτὸς ἦτο περὶ τοῦ ὁποίου εἶπα, ὅτι ἐκεῖνος, ποὺ ἔρχεται εἰς τὴν δημοσίαν δρᾶσιν ὕστερα ἀπὸ ἐμέ, ὑπῆρξεν ἀσυγκρίτως λαμπρότερος, καὶ ἐνδοξότερος πολὺ προτήτερα ἀπὸ ἐμέ, βλεπόμενος καὶ κηρυττόμενος ἀπὸ ὅλους τοὺς πατριάρχας καὶ προφήτας, διότι ὡς πρωτότοκος καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὑπῆρχε πρὸ ἐμοῦ. 16 Καὶ ἀπὸ τὸν ἀνεξάντλητον πλοῦτον τῆς τελειότητος καὶ τῶν δωρεῶν του ἐλάβομεν ὅλοι ἡμεῖς. Καὶ ἐλάβομεν χάρη ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην χάριν· καὶ μετὰ τὴν χάριν τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας ἐλάβομεν καὶ τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας καὶ τῆς μακαρίας ζωῆς καὶ ὁλονὲν προστίθεται νέα ὑπεράφθονος χάρις εἰς ἐκείνην, ποὺ προηγουμένως ἐλάβομεν. 17 Διότι ὁ νόμος, ποὺ τὸν παρέβαινον οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐγίνοντο ὡς ἐκ τούτου ἔνοχοι καὶ ἀνάξιοι νὰ λάβουν τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας, ἐδόθη δι’ ἀνθρώπου καὶ δούλου, διὰ τοῦ Μωϋσέως, ἐνῷ ἡ χάρις καὶ ἡ ἀντικαταστήσασα τὰς σκιὰς καὶ τὰ σύμβολα τοῦ νόμου τελεία ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας, ποὺ ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ἀναγεννοῦν, ἦλθαν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 05/04/2026 - ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ

 





ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ                                 05-04-2026

Από το «Ωσαννά»  στο «Σταυρωθήτω»

Δυο γεγονότα της επί της ζωής Του Χριστού, μας διηγήθηκε σήμερα ο Ευαγγελιστής  Ιωάννης. Την επίσκεψή του στη Βηθανία στο σπίτι του Λαζάρου και την θριαμβευτική τελευταία είσοδο του στα Ιεροσόλυμα. Και τα δύο περιστατικά δείχνουν πόσο αγαπούσε ο λαός τον Χριστό.

Έξι μέρες λοιπόν, πριν από την εορτή του Εβραϊκού Πάσχα, ο Χριστός επισκέφτηκε τη Βηθανία και φιλοξενήθηκε, με τους μαθητές του, στο σπίτι του Λαζάρου τον οποίο είχε αναστήσει 4 μέρες μετά από το θάνατό του .

Εκεί παρετέθη δείπνο, καθόταν μαζί του και ο Λάζαρος. Η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της προς τον Χριστό για την μεγάλη ευεργεσία  που έκανε στην οικογένειά  της, αγόρασε ακριβό μύρο και όπως επικρατούσε τότε η συνήθεια, το έριξε πάνω στα πόδια του ευεργέτη της και στη συνέχεια σκούπισε τα πόδια του Ιησού με τα μαλλιά της. Ένας μαθητής, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, σκανδαλίστηκε από την πράξη αυτή της Μαρίας και είπε: δεν θα ήταν καλύτερα να δοθούν αυτά τα χρήματα στους φτωχούς; Ο Χριστός βλέποντας μερικές μέρες μπροστά τον σταυρικό θάνατό Του, είπε: Αφήστε ήσυχη αυτή την γυναίκα, μην την κατηγορείτε. Χωρίς να το ξέρει, άλειψε το σώμα μου με μύρο, γιατί σύντομα πρόκειται να ενταφιαστεί. Όσο για τους φτωχούς, κάθε μέρα τους έχετε ανάμεσά σας και μπορείτε να τους βοηθήσετε, εμένα όμως δεν θα με έχετε για πολύ κοντά σας.

Εν τω μεταξύ, ήλθε πολύς κόσμος στη Βηθανία, στο σπίτι του Λαζάρου, όχι μόνο για να συναντήσουν τον Χριστό, αλλά για να δουν και τον Λάζαρο, γιατί έμαθαν ότι τον ανέστησε ο Χριστός, ενώ ήταν πεθαμένος πριν από 4 ημέρες. Αυτό εξόργισε τους αρχιερείς. Το ότι ο κόσμος έδειχνε εκτίμηση και αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού, ξυπνούσε μέσα τους τη ζήλια και τον φθόνο και ήθελαν να τον θανατώσουν. Στην περίπτωση όμως αυτή, έβλεπαν ότι και ο Λάζαρος  γινόταν αφορμή να εκδηλώνει ο κόσμος την πίστη  του στο Χριστό, γι’ αυτό  ήθελαν να θανατώσουν και τον Λάζαρο. Αυτό είναι το ένα γεγονός που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

Το δεύτερο είναι το εξής:

Μετά τη φιλοξενία αυτή στο σπίτι του Λαζάρου, ο Χριστός ανέβηκε σε ένα γαϊδουράκι και όπως λένε οι Προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, μπήκε στην Αγία Πόλη. «Ιδού ο Βασιλεύς  σου, έρχεται  καθήμενος επί πώλον όνον». Εν τω μεταξύ το πλήθος των προσκυνητών που είχαν φθάσει στα Ιεροσόλυμα για τον εορτασμό του Πάσχα, χωρίς να το γνωρίζουν, εφήρμοσαν και αυτοί τις προφητείες. Πήραν κλάδους από φοίνικες και βγήκαν να τον προϋπαντήσουν, κραύγαζαν και έλεγαν: «Ωσαννά. Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Να, έρχεται ο Βασιλιάς του Ισραήλ. Η θερμή υποδοχή  οφειλόταν και στο ότι, αυτοί που ήταν στην Βηθανία και είδαν αναστημένο τον Λάζαρο, έτρεχαν μπροστά και πληροφορούσαν το πλήθος για το θαύμα.

Εδώ τελειώνει η διήγηση του σημερινού Ευαγγελίου αγαπητοί αδελφοί. Αν διαβάσουμε όμως παρακάτω τη συνέχεια, θα λυπηθούμε. Θα λυπηθούμε γιατί θα δούμε ότι, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που εδώ φώναζαν «Ωσαννά» σε λίγες μέρες  θα φωνάζουν «Σταυρωθήτω». Αυτοί που φώναζαν «Ωσαννά», είναι εκείνοι που είδαν τον Λάζαρο αναστημένο. Είναι εκείνοι που είδαν το κοριτσάκι του Ιαείρου αναστημένο. Είναι οι ίδιοι που άκουσαν τον Χριστό να λέει στο νεκρό παλληκάρι της χήρας στην πόλη Ναΐν: «Νεανίσκε σοι λέγω ανάστηθι». Είναι  οι παράλυτοι που θεραπεύτηκαν. Οι τυφλοί που ανέβλεψαν. Οι λεπροί που  καθαρίστηκαν. Είναι αυτοί που χόρτασαν στην έρημο από τους άρτους και τα ψάρια, που ευλόγησε ο Χριστός. Είναι οι ίδιοι που ευχαριστήθηκαν στον γάμο της Κανά, με το ευλογημένο νερό που έγινε γλυκύτατο κρασί. Αυτοί οι ίδιοι  όμως  αργότερα ούρλιαζαν «Σταυρωθήτω».

Αναρωτιόμαστε… πως έγινε αυτή η αλλαγή; Σήμερα να ευλογούν και αύριο να καταριούνται; Σήμερα να κουνάνε τα κλαδιά των Βαΐων και μετά να έχουν σηκωμένα τα χέρια και να φωνάζουν στον Πιλάτο «Άρον-Άρον  σταύρωσον αυτόν;»

Δεν μπορείς βέβαια να βρεις μια πειστική απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Έρχονται όμως στο μυαλό 3 πιθανές εξηγήσεις: Η μια λέει ότι , φαίνεται πως οι αρχιερείς και οι άρχοντες του λαού, είχαν τόση επιρροή πάνω στον όχλο , που μπορούσαν το άσπρο να τους το παρουσιάζουν σαν μαύρο. Τις ευεργεσίες του Χριστού, να τους τις παρουσιάζουν σαν φυσικά γεγονότα και όχι σαν θαύματα του Χριστού. Μπόρεσαν έτσι να εκμηδενίσουν στα μάτια του κόσμου την Θεότητα του Χριστού. Μήπως όμως το ίδιο δεν γίνεται επί δυο χιλιάδες χρόνια αγαπητοί; Πόσα ειδωλολατρικά καθεστώτα, πόσα άθεα καθεστώτα, πόσοι αντίχριστοι  άρχοντες δεν πολέμησαν λυσσαλέα την Θεότητα του Χριστού;
Όλες οι κοσμικές και άπιστες εξουσίες, επί δυο χιλιάδες χρόνια, χτυπάνε τη Θεότητα του Ιησού Χριστού, γιατί τους ενοχλεί και τους ελέγχει, το ότι ο Χριστός είναι Θεός. Εάν ο Χριστός είναι Θεός, η δική τους εξουσία είναι μηδαμινή. Εξουσιάζουν μόνο τα σώματα των ανθρώπων. Την ψυχή δεν μπορούν να την ελέγξουν γιατί είναι δοσμένη στον Χριστό. «Όλα ας σας τα πάρουν, μόνον την ψυχή σας να μην πάρουν. Και δεν μπορεί κανείς να σας την πάρει αν δεν την δώσετε εσείς», διδάσκει ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Ο Χριστός βασιλεύει στις ψυχές των ανθρώπων και «της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος».

Η δεύτερη πιθανή εξήγηση για την αλλαγή της στάσεως του κόσμου απέναντι  στον Χριστό είναι, ότι η πίστη των ανθρώπων ίσως ήταν επιφανειακή. Πίστευαν, αλλά στην Θεότητα του Χριστού πίστευαν λίγο. Ακόμη και οι Απόστολοι ζητούσαν από τον Χριστό να τους δώσει πίστη. Και αυτοί οι δώδεκα σκορπίστηκαν μετά την σύλληψή του. Ο Πρωτοκορυφαίος Πέτρος τον αρνήθηκε και έλεγε πως δεν τον γνώριζε εκείνο το βράδυ που τον συνέλαβαν. Κι αυτό  γιατί είχαν παχυλή ιδέα για τον Χριστό. Τον θεωρούσαν σαν ένα κοσμικό  άρχοντα και έχασαν πάσα ιδέα γι’ αυτόν, όταν τον είδαν να είναι ανίσχυρος μπροστά στην ρωμαϊκή εξουσία.  Αυτοί νόμιζαν πως ο Χριστός θα ήταν εκείνος που θα τους ελευθέρωνε από τους κατακτητές ρωμαίους και ότι θα γινόταν παγκόσμιος Βασιλιάς. Για αυτό και είδαμε ότι δυο μαθητές Του ζητούσαν εκ των προτέρων να τους υποσχεθεί μεγάλες θέσεις εξουσίας.

Η επιρροή λοιπόν που ασκούσαν πάνω στο λαό οι αρχιερείς και οι άρχοντες ή η λανθασμένη ιδέα που είχαν για το πρόσωπο του Χριστού, συνετέλεσαν πιθανώς στο να φωνάζουν την Κυριακή «Ωσαννά» και την Παρασκευή «Σταυρωθήτω».

Όμως υπάρχει και μια άλλη πιθανή εξήγηση. Αυτήν την παίρνουμε από τα λόγια που είπε ο Χριστός επί του Σταυρού. Είπε: «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι    τι ποιούσιν». Μήπως είναι αυτή η απάντηση που ψάχνουμε; Μήπως δεν γνώριζαν ακριβώς τι έκαναν; Μακάρι η άγνοιά τους αυτή να γίνει αφορμή να μην τους βασανίζει η συνείδησή τους αιώνια στην κόλαση.

Μετά όμως από αυτά που είπαμε αγαπητοί αδελφοί, γεννιέται ένα άλλο ερώτημα. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει δυο χιλιάδες χρόνια. Ο Χριστός αναστήθηκε. Έγινε η Πεντηκοστή. Εκατομμύρια Μάρτυρες υπέφεραν απερίγραπτα βασανιστήρια για την πίστη του Χριστού.

Δικαιολογείται λοιπόν κανείς τώρα να μην πιστεύει στη Θεότητα του Χριστού; Άπειρα θαύματα γίνονται μόνο με την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Παντού έχει φθάσει το μήνυμα της Αναστάσεως. Όσοι τόλμησαν να τον καταπολεμήσουν, χάθηκαν και σβήστηκε το όνομά τους από την Ιστορία. Μετά από όλα αυτά δικαιολογείται κανείς να λέει ότι δεν γνωρίζει; Τα πάντα  διαλαλούν την Θεότητα του Ιησού Χριστού. Και η λογική και η καρδιά κάθε καλόπιστου ανθρώπου, μαρτυρεί ότι ο Χριστός είναι Θεός.

Ποιος μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι δεν πιστεύω στο Χριστό, επειδή με καταπιέζει η ανθρώπινη εξουσία; Ποιος μπορεί σήμερα να πει ότι κάποια πράγματα με εμποδίζουν και δεν μπορώ να δω και να ζήσω την Θεότητα του Χριστού; Μόνο ένα εμπόδιο ορθώνεται μπροστά μας και μας εμποδίζει να απολαύσουμε τη Θέα και την Θεότητα του Χριστού και αυτό είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, ο εγωισμός μας. Το πείσμα μας. Αυτά δεν επιτρέπουν να φωλιάσει μέσα μας η πίστη και η αγάπη προς τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Παρόλα αυτά αν και στην εποχή μας βρίσκονται κάποιοι άπιστοι που βρίζουν και βλασφημούν και ξανασταυρώνουν τον Χριστό,  Εκείνος, ο Σωτήρας μας  και  Σωτήρας όλου του κόσμου, είναι βέβαιο πως τους αγαπάει , τους συγχωρεί, τους δικαιολογεί και λέει και για αυτούς. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Και περιμένει την μετάνοιά τους, την επιστροφή τους,  όπως ο καλός εκείνος πατέρας της Παραβολής που περίμενε το παραστρατημένο παιδί. Κι όταν  επέστρεψε, το αγκάλιασε, το έσφιξε στην αγκαλιά του  και το καταφίλησε.  Γιατί ο καλός Θεός δεν μετράει τις αμαρτίες μας, αλλά περιμένει την μετάνοιά μας.  

Αμήν.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Κυριακὴ τῶν Βαΐων – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 5 Ἀπριλίου 2026




 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 1 - 18



1 Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· Ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἐκραύγαζον· Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 1 - 18


1 Ο Ἰησοῦς, λοιπόν, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴν αὐτὴν τῶν ἐχθρῶν του, ἓξ ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἦλθεν εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν. 2 Λόγῳ δὲ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης, ποὺ ἐξ αἰτίας τοῦ θαύματος ᾐσθάνοντο οἱ συγγενεῖς τοῦ Λαζάρου πρὸς αὐτόν, τοῦ ἔκαμαν δεῖπνον ἐκεῖ καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρέτει. Ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο ἕνας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐκάθηντο καὶ συνέτρωγον εἰς τὸ τραπέζι μαζί του. 3 Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Μαρία, ἀφοῦ ἠγόρασε περὶ τὰ ἑκατὸν δράμια μύρον κατασκευασμένον ἀπὸ ἓν εἶδος τοῦ ἀρωματικοῦ φυτοῦ τῆς βαλεριάνας, τὸ ὁποῖον καλεῖται νάρδος, μύρον γνήσιον καὶ ἀνόθευτον καὶ πάρα πολὺ ἀκριβόν, ἤλειψε μὲ αὐτὸ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἔπειτα ἐκδηλοῦσα τὴν βαθεῖαν ταπείνωσίν της πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἐκαθάρισε μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της τοὺς πόδας του· ἡ οἰκία δὲ ἐγέμισεν ἀπὸ τὴν εὐωδίαν τοῦ μύρου. 4 Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Μαρίας εἶπεν ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ ἔμελλε νὰ τὸν παραδώσῃ διὰ προδοσίας εἰς τοὺς σταυρωτάς του. 5 Τὸ μύρον αὐτὸ ἀντὶ νὰ χυθῇ καὶ σπαταληθῇ ἄσκοπα, διατὶ δὲν ἐπωλήθη ἀντὶ τριακοσίων δηναρίων, ἤτοι ἀντὶ διακοσίων πεντήκοντα περίπου χρυσῶν δραχμῶν, καὶ δὲν ἐδόθη τὸ ἀντίτιμόν του ἐλεημοσύνη εἰς τοὺς πτωχούς; 6 Εἶπε δὲ τοῦτο, ὄχι διότι ἐνδιεφέρετο διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτῃς καὶ εἶχεν αὐτὸς τὸ κυτίον τῶν συνεισφορῶν καὶ κατεκράτει κρυφίως ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του τὰ ριπτόμενα εἰς αὐτὸ χρήματα. 7 Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἤκουσε τὴν ἐπίκρισιν αὐτήν, εἶπεν· Ἄφησέ την ἥσυχον καὶ μὴ τὴν ἐλέγχῃς. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ σὰν νὰ προησθάνετο, ὅτι πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ταφῶ, ἔχει φυλάξει τὸ μύρον αὐτὸ ὡς συμβολισμὸν καὶ προαναγγελίαν τῆς διὰ μύρου ἑτοιμασίας τοῦ σώματός μου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ταφῆς μου. 8 Μὴ τὴν ἐμποδίζετε λοιπόν. Διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, καὶ μπορεῖτε εἰς οἰανδήποτε στιγμὴν νὰ τοὺς ἐλεήσετε, ἐμὲ ὅμως δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ ἀποθάνω. 9 Ἀπὸ τὸ δεῖπνον λοιπὸν αὐτὸ καὶ ἀπὸ ὅσα συνέβησαν κατ’ αὐτό, ἔμαθε λαὸς πολὺς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εὑρίσκετο εἰς Βηθανίαν καὶ ἦλθον ἐκεῖ ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδουν καὶ τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν. 10 Κατόπιν ὅμως αὐτοῦ ἀπεφάσισαν οἱ ἀρχιερεῖς νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον, 11 διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἐπῆγαν εἰς τὴν Βηθανίαν διὰ νὰ βεβαιωθοῦν, ἐὰν πράγματι ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν καὶ ὅταν διεπίστωναν τοῦτο, ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. 12 Τὴν κατόπιν ἀπὸ τὸ δεῖπνον ἡμέραν λαὸς πολύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἤκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, 13 ἐπῆραν εἰς τὰ χέρια τους κλαδιὰ ἀπὸ τὶς χουρμαδιές, ποὺ ἦσαν κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου καὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλιν διὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ ἐφώναζαν δυνατά· Δόξα καὶ τιμὴ εἰς αὐτὸν ποὺ ὑποδεχόμεθα· εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριον ὡς ἀντιπρόσωπός του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔνδοξος βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ τόσον καιρὸν ἐπεριμέναμεν. 14 Ἐζήτησε δὲ καὶ εὗρεν ὁ Ἰησοῦς ἕνα πουλαράκι καὶ ἐκάθησεν ἐπ’ αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι γραμμένον εἰς τὸν προφήτην Ζαχαρίαν· 15 Μὴ φοβεῖσαι, Ἱερουσαλήμ, κόρη τοῦ ὄρους Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται, ὄχι σὰν τύραννος καὶ κατακτητὴς ἐπὶ ἵππου ἢ ἅρματος πολεμικοῦ, ἀλλὰ καθήμενος ἐπάνω εἰς πουλάριον ὄνου. 16 Τί ἐσήμαιναν δὲ οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Ζαχαρίου, δὲν ἐνόησαν οἱ μαθηταί του εἰς τὰς ἀρχάς, κατὰ τὴν ὥραν τῆς θριαμβευτικῆς του ταύτης εἰσόδου, ἀλλ’ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐδοξάσθη διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεως αὐτοῦ, τότε, ποὺ ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐνεθυμήθησαν, ὅτι τὰ προφητικὰ αὐτὰ λόγια τοῦ Ζαχαρίου ἦσαν δι’ αὐτὸν γραμμένα. Καὶ ἀκριβῶς διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ προφητεία αὐτή, συνειργάσθησαν χωρὶς νὰ τὸ ἐννοοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ ἔκαμαν διὰ τὸν Ἰησοῦν ταῦτα. 17 Κατὰ τὴν ὑποδοχὴν λοιπὸν ἐκείνην ἔδιδε μαρτυρίαν περὶ τοῦ θαύματος τοῦ Λαζάρου εἰς ὅσους δὲν τὸ εἶχαν ἴδει, ὁ λαός, ποὺ ἦτο τότε μαζί του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐφώναξεν ἀπὸ τὸ μνημεῖον τὸν Λάζαρον καὶ τὸν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν. 18 Δι’ αὐτὸ καὶ τὸν προϋπάντησαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, διότι ἤκουσαν ἀπὸ τοὺς αὐτόπτας μάρτυρας, ὅτι αὐτὸς εἶχε κάμει τὸ μέγα τοῦτο θαῦμα.


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 29/03/2026 - Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

 



ΚΥΡΙΑΚΗ E’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μάρκου Ι’, 32-45)   29-03-2026


Με προσοχή ακούγοντας κανείς το σημερινό Ευαγγέλιο, αγαπητοί αδελφοί, είναι βέβαιο ότι δεν θα του ξεφύγει η απάντηση που έδωσε ο Χριστός στα αδέλφια Ιάκωβο και Ιωάννη. Τους είπε: «Οὐκ οἴδατε τι αἰτεῖσθε.» Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Βρισκόμαστε στις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του Κυρίου. Αυτός και οι μαθητές του πηγαίνουν προς τα Ιεροσόλυμα όπου θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στον Σταυρικό Θάνατο. Ακριβώς αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα τους διηγείται. Τα δυο αδέλφια που αναφέραμε, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, τον πλησιάζουν και του ζητάνε, όταν θα βρίσκεται στο αποκορύφωμα της Δόξας του, να τους βάλει δίπλα του. Έναν στα δεξιά και έναν στα αριστερά Του. Τότε άκουσαν από τον Χριστό την απάντηση: «Οὐκ οἴδατε τι αἰτεῖσθε.» Μια αλήθεια που αφορά και μας, αγαπητοί αδελφοί, γιατί και εμείς πολλές φορές ζητάμε από τον Χριστό, στην προσευχή μας, πράγματα που δείχνουν ότι αν μας τα κάνει ο Χριστός, όχι μόνο ωφελούμενοι δεν θα βγούμε αλλά και ζημιωμένοι. Εάν πραγματοποιούσε ο Χριστός τα αιτήματα του Ιακώβου και του Ιωάννη, θα παίρνανε τη θέση των ληστών, που τους κρέμασαν έναν από τα αριστερά και έναν από τα δεξιά του. Τι λοιπόν, ο Χριστός μας λέει να μην ζητάμε αυτά που θέλουμε από κείνον;

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα την πάρουμε από άλλο σημείο του Ευαγγελίου, στο οποίο ο Χριστός μάς παραγγέλλει να ζητάμε στην προσευχή μας πρώτα την Βασιλεία των Ουρανών και όλα τα υπόλοιπα θα μας τα δώσει ο Θεός, εάν πρέπει και όταν πρέπει. Και ο Άγιος Πορφύριος μας συμβουλεύει: Να μην εκβιάζουμε με τις προσευχές μας τον Θεό. Να δείχνουμε εμπιστοσύνη. Εκείνος γνωρίζει τα πάντα από τη ζωή μας και θέλει πάντα να μας δίνει ότι είναι προς το συμφέρον μας. Εμείς να μην επιμένουμε. Να μην κυνηγάμε να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε, αλλά να αφήνουμε να γίνεται στη ζωή μας το θέλημα του Θεού. Και αν εμείς ξεχάσουμε αυτό που μας χρειάζεται , ο Κύριος ποτέ δεν ξεχνάει και αν είναι για το καλό μας, θα μας το δώσει όταν πρέπει.

Και συνεχίζει ο Άγιος: το μυστικό είναι να ζητάμε την ένωσή μας με τον Χριστό, χωρίς να λέμε «δώσε μου ετούτο, δώσε μου εκείνο». Είναι αρκετό να λέμε «Κύριε Ιησού ελέησον με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα, ασυγκρίτως, καλύτερα από μας. Να ζητάμε να γίνεται στη ζωή μας το Θέλημά του, όχι να γίνεται το θέλημά μας. Εμείς αλήθεια, αδελφοί μου, δεν ξέρουμε τι να ζητάμε από τον Χριστό, όπως δεν ήξεραν και οι μαθητές του όταν του ζητούσαν να πάρουν την θέση των δύο ληστών.

Το ότι δεν γνωρίζουμε τι να ζητάμε στις προσευχές μας, το ομολογεί και ο ιερέας, για αυτό σε μια ευχή που διαβάζει το πρωί, την ώρα που λέει ο ψάλτης τον εξάψαλμο, παρακαλεί με τα εξής λόγια: «Κύριε δίδαξον ἡμᾶς τὰ δικαιώματά σου, ὅτι προσεύξασθαι καθ' ὃ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἐὰν μὴ σύ, Κύριε, τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ ὁδηγήσῃς ἡμᾶς.» Εάν δεν μας οδηγήσεις εσύ Κύριε με το πνεύμα σου το Άγιον, εμείς δεν γνωρίζουμε πώς να προσευχηθούμε . Είναι αλήθεια πως για να φθάσεις στο σημείο να προσευχηθείς σωστά, πρέπει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου. Έχουμε συνηθίσει να υποδεικνύουμε στο Θεό τι θέλουμε και αν δεν μας το κάνει όπως το θέλουμε, ίσως να τα βάλουμε και μαζί του. Όλοι μας είμαστε εγωιστές και απαιτούμε από τον Θεό να κάνει τα θελήματά μας. Είναι άξιο παρατηρήσεως πως ο Θεός μας ανέχεται!!! Πρέπει να μας αγαπάει πολύ, αλλιώς δεν εξηγείται. Εμείς που δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί το επόμενο λεπτό, υποδεικνύουμε στον Θεό τι να κάνει! Και αυτά τα κάνουμε εμείς που υποτίθεται ότι είμαστε κοντά του, όπως κοντά του ήταν και οι δυο μαθητές που άκουσαν το «Οὐκ οἴδατε τι αἰτεῖσθε.»

Αδελφοί, εμείς που προσέξαμε την απάντηση αυτή του Χριστού, ας μην πέφτουμε στο ίδιο λάθος. Να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού και να μην του υποδεικνύουμε να κάνει αυτά που θέλουμε εμείς. Κάθε μας προσευχή να την τελειώνουμε με τα λόγια που ο Χριστός είπε στον Ουράνιο Πατέρα του: «Γενηθήτω τό θέλημά σου.»

Αμήν.

Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 29 Μαρτίου 2026






 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ι´ 32 - 45



32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ι´ 32 - 45


32 Ἐπροχώρουν δὲ καὶ ἀνέβαιναν εἰς τὸν δρόμον πρὸς Ἱεροσόλυμα. Καὶ ἐπροπορεύετο ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς κα θάμβωναν ἀπὸ θαυμασμὸν οἱ μαθηταί, ποὺ τὸν ἔβλεπαν τόσον ἄφοβα καὶ μὲ τόσον θαρραλέαν ἀπόφασιν νὰ προχωρῇ πρὸς τὴν πόλιν, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ πάθῃ τόσα. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ σεβασμὸν τὸν ἠκολούθουν, ἐφοβοῦντο διὰ τὰ ὅσα θὰ τοὺς εὕρισκον εἰς Ἱεροσόλυμα. Καὶ ἀφοῦ ἐπῆρεν ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα, ἤρχισε νὰ τοὺς λέγῃ ἐκεῖνα, ποὺ ἔμελλον νὰ τοῦ συμβαίνουν. 33 Τοὺς ἔλεγε δηλαδή, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τοὺς ἐθνικοὺς στρατιώτας τῆς Ρώμης. 34 Καὶ αὐτοὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ θὰ τὸν ἐμπτύσουν καὶ θὰ τὸν φονεύσουν καὶ τὴν τρίτην ἡμέρα ἀπὸ τοῦ θανάτου του θὰ ἀναστηθῇ. 35 Καὶ πηγαίνουν πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ λέγουν· Διδάσκαλε, θέλομεν νὰ μᾶς κάμῃς ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σοῦ ζητήσωμεν. 36 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· Τί θέλετε νὰ σᾶς κάμω; 37 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν· Δός μας, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν δόξαν σου καὶ θὰ ἀναβῇς εἰς τὸν ἐπίγειον βασιλικὸν θρόνον τοῦ Δαβὶδ νὰ καθίσωμεν ὁ ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιά σου καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τὰ ἀριστερά σου. 38 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· Δὲν ξεύρετε, τί ζητάτε. Δὲν εἶναι τώρα καιρὸς κοσμικῶν μεγαλείων καὶ ἀξιωμάτων, ἀλλὰ κόπων καὶ διωγμῶν καὶ θανάτου μαρτυρικοῦ. Μπορεῖτε λοιπὸν νὰ πίετε τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου, ποὺ πρόκειται ἐγὼ μετ’ ὀλίγον νὰ πίω, καὶ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου, ποὺ μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποστῶ; 39 Αὐτοὶ δὲ θέλοντες νὰ ἑξασφαλίσουν τὸ αἴτημά των τοῦ εἶπαν, χωρὶς νὰ τὸ σκεφθοῦν καλῶς· Δυνάμεθα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· Τὸ μὲν ποτήριον τοῦ μαρτυρίου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐντὸς ὀλίγου πίνω, θὰ τὸ πίετε, καὶ τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ βαπτισθῶ εἰς τὴν θάλασσαν τῶν παθημάτων μου, θὰ βαπτισθῆτε. Διότι καὶ σεῖς θὰ ὑποστῆτε διωγμοὺς καὶ μαρτύριον διὰ τὸ εὐαγγέλιον. 40 Τὸ νὰ καθίσετε ὅμως εἰς τὰ δεξιά μου καὶ εἰς τὰ ἀριστερά μου, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ νὰ τὸ δώσω εἰς ὅποιον μοῦ τὸ ζητήσῃ, ἀλλὰ θὰ δοθῇ τοῦτο εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ἐτοιμασθῇ ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτην Πατέρα μου, ποὺ κανονίζει τὰς ἀνταμοιβὰς σύμφωνα μὲ τὴν ἀρετὴν ἑκάστου. 41 Καὶ ὅταν ἤκουσαν αὐτὸ οἱ ἄλλοι δέκα μαθηταί, ἤρχισαν νὰ ἀγανακτοῦν διὰ τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννου, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νὰ τοὺς παραγκωνίσουν καὶ νὰ τιμηθοῦν περισσότερον ἀπὸ αὐτούς. 42 Ὁ Ἰησοῦς δέ, ἀφοῦ τοὺς προσεκάλεσε, τοὺς εἶπε· Γνωρίζετε, ὅτι αὐτοὶ ποὺ νομίζονται καὶ φαίνονται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς λαούς των, ὡς νὰ ἦσαν ἀνεξέλεγκτοι κύριοί των καὶ ὡς νὰ ἦσαν οἱ λαοὶ κτήματά των. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν μέγα ἀξίωμα, ὅπως εἶναι οἱ ἀνθύπατοι, τοὺς μεταχειρίζονται μὲ μεγάλην ἐξουσίαν, σὰν νὰ εἶναι δοῦλοι τους. 43 Μεταξύ σας ὅμως δὲν ἠμπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται ἔτσι. Ἀλλ’ ὁποιοσδήποτε θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος μεταξύ σας, ἂς εἶναι ὑπηρέτης σας καὶ ἂς σπουδάζῃ νὰ γίνεται ἐξυπηρετικὸς εἰς τοὺς ἄλλους. 44 Καὶ ὁποιοσδήποτε θέλει νὰ γίνῃ πρῶτος ἀπὸ σᾶς, ὀφείλει νὰ γίνῃ δοῦλος ὅλων, ἀσκῶν μὲ πᾶσαν ταπεινοφροσύνην τὴν ἀγάπην. 45 Διότι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, δὲν ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ ὑπηρετηθῇ, ἀλλ’ ἦλθε διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ δώσῃ τὴν ζωήν του λύτρον, ὅπως ἑξαγορασθοῦν καὶ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν θάνατον πολλοί.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 22/06/2026 - Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 



ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ                        22-3-2026                                                                                                           «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.» 


Μέρα με τη μέρα αγαπητοί αδελφοί πλησιάζουμε στην εβδομάδα Των Παθών του Κυρίου και στην λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως. Θα κληθούμε από την εκκλησία όχι απλώς να γιορτάσουμε αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα, αλλά να τα βιώσουμε, συμμετέχοντας  σ’ αυτά και με το νου και την καρδιά. Για να μπει μέσα μας η χάρη του Θεού και να προσεγγίσουμε τις μεγάλες στιγμές της Μεγάλης Εβδομάδος με κατάνυξη, χρειάζεται να φωλιάζει μέσα μας, μεγάλη και βαθιά πίστη. Πίστη ότι ο πρωταγωνιστής αυτών των γεγονότων είναι ο Υιός του Θεού. Πίστη ότι ο Κύριος που σταυρώθηκε και αναστήθηκε είναι ο Θεός. Μόνο ένας θεός μπορούσε να κρύβεται πίσω από τον σταυρικό θάνατο και την ζωηφόρο Ανάσταση.     

Έτσι λοιπόν η εκκλησία μας, για να τροφοδοτήσει την πίστη μας, φρόντισε αυτές τις μέρες, όσο πλησιάζουμε προς την Μ. Εβδομάδα, να μας υπενθυμίζει  γεγονότα που φανερώνουν τη θεότητα του Χριστού.

Το σημερινό Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει μια τέτοια περίπτωση. Ένας    πατέρας, αναφέρει ο ευαγγελιστής Μάρκος, πλησίασε τον Χριστό που εκείνη την ώρα κατέβαινε από το όρος όπου είχε γίνει η Μεταμόρφωση και του λέει: Διδάσκαλε έφερα το παιδί μου σε σένα να το θεραπεύσεις γιατί έχει μέσα του πονηρό πνεύμα και ανά πάσα στιγμή το απειλεί να το θανατώσει. Παρακάλεσα τους μαθητές σου να με βοηθήσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Έρχομαι τώρα σε σένα και σε παρακαλώ, εάν μπορείς, βοήθησε μας. « …ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν…»                                                                     

Στα λόγια αυτά του πατέρα, πολύ εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς ότι ο πατέρας αυτός δεν πίστευε και τόσο ότι ο Χριστός μπορεί να βοηθήσει το παιδί του. Γι αυτό είπε «εἴ τι δύνασαι», εάν μπορείς. Ο Χριστός του απάντησε: εάν εσύ μπορείς να πιστέψεις ότι εγώ είμαι θεός , τότε όλα είναι δυνατόν να γίνουν σ’ αυτόν που πιστεύει. «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι Σ’ αυτό το σημείο, έγινε κάτι το συνταρακτικό. Ο πατέρας αναλύεται σε κλάματα και φωνάζει «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.»  Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει ότι ο πονεμένος πατέρας, όση ώρα μιλούσε στον Χριστό ήταν γονατιστός. Μπορούμε τώρα να φανταστούμε ένα πονεμένο πατέρα γονατιστό μπροστά στον  Χριστό να φωνάζει δυνατά: «Πιστεύω Κύριε, αλλά βοήθησέ με να πιστέψω περισσότερο». Τι δράμα θα παιζόταν στην καρδιά αυτού του πατέρα; Ο πόνος του για το παιδί του τον οδηγεί γονατιστό στον Χριστό να ζητήσει βοήθεια. Η απιστία που φωλιάζει μέσα στο μυαλό του, τον ταλαιπωρούσε. Τρία χρόνια ακούει για τον Χριστό. Η καρδιά του, του έλεγε, πήγαινε το παιδί σου να απαλλαγεί από τον βασανισμό του διαβόλου. Το μυαλό του, του έλεγε αν πας θα σε κοροϊδεύουν οι φίλοι σου ότι είσαι μωροπίστευτος και πιστεύεις σ’ αυτά που λένε οι απλοί και αμόρφωτοι, όπως διέδιδαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Τελικά νίκησε η καρδιά του. Η πατρική αγάπη προς το παιδί του οδήγησαν τα βήματα του στον Χριστό. Εδώ δούλεψε πολύ και ο διάβολος. Δεν άκουγε με τίποτα τις διαταγές των Μαθητών να φύγει από το παιδί. Τροφοδοτούσε έτσι την απιστία του πατέρα. Πόσα τεχνάσματα δεν μηχανεύεται ο Διάβολος για να μην αφήσει την πίστη να φωλιάσει στην ψυχή του ανθρώπου! Ευτυχώς δεν τα κατάφερε στη περίπτωση αυτού του πατέρα. Μετά την αδυναμία των μαθητών, θα μπορούσε να είχε φύγει. Θα μπορούσε να δώσει την μεγαλύτερη χαρά στον διάβολο, επιλέγοντας  την απιστία.                                   

Φαίνεται εδώ καθαρά πως δούλευε πεισματικά ο διάβολος, αλλά του χαλούσε τη δουλειά ο Θεός. Ακριβώς την ώρα που χρειαζόταν ήλθε ο Χριστός. «Τί συζητάτε μεταξύ σας;»  ρωτάει τους μαθητές. Δεν πρόλαβε να πάρει την απάντηση και ακούστηκε ικετευτική η φωνή του πατέρα να τον παρακαλεί να θεραπεύσει το παιδί του. Τον  έσωσε η επέμβαση του Χριστού. Ο Χριστός έδιωξε το δαιμόνιο από το παιδί, έδιωξε όμως και την απιστία από το μυαλό του πατέρα.                             

Στις λεπτομέρειες του Ευαγγελίου ευρίσκεται το μεγαλείο του αγαπητοί αδελφοί. Το ότι είναι θεϊκό βιβλίο, θα το καταλάβεις αν προσέξεις, τις λεπτομέρειές του. Μην τρέχεις όταν το διαβάζεις ή όταν το ακούς. Προσπάθησε να γνωρίσεις αυτά που διαβάζεις. Και μιας και μιλάμε για λεπτομέρειες, ας δούμε  και μια άλλη απ’ αυτές που κρύβεται στο σημερινό Ευαγγέλιο, που την αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Τον Χριστό δεν τον πλησίασε απλώς ο πονεμένος πατέρας, αλλά «προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν». Γονατιστός  έπεσε μπροστά στα πόδια του Χριστού αυτός ο πατέρας. Γονυπετών!  Πόσα δεν λέει αυτή η λέξη!  Για να γονατίσεις πρέπει να ταπεινωθείς. Και μάλιστα μπροστά σε κόσμο. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είχε έλλειψη πίστεως, φαίνεται όμως ότι είχε περίσσευμα  ταπείνωσης. Γι’ αυτό βρήκε κατάλληλο έδαφος η παρατήρηση του Χριστού «εάν μπορείς να πιστέψεις». Εάν δεν είχε ταπείνωση ο πατέρας θα μπορούσε να προσβληθεί και να σηκωθεί να φύγει. Η ταπείνωση τον κράτησε και του έδωσε  τη δύναμη να εξομολογηθεί και να ομολογήσει την δυσπιστία του. «Πιστεύω λίγο Κύριε, δώσε μου περισσότερη πίστη». 

Αγαπητοί αδελφοί, είπαμε στην αρχή ότι για να συμμετέχουμε αληθινά στα γεγονότα της Μ. Εβδομάδος μας χρειάζεται πολλή και ζωντανή πίστη. Από το περιεχόμενο του σημερινού Ευαγγελίου βγαίνει το συμπέρασμα ότι τελικά η πίστη είναι δώρο του θεού. Ο πατέρας παρακαλεί  τον Χριστό να του αυξήσει την πίστη του. Η λίγη πίστη του εμπόδιζε τη θεραπεία του παιδιού του. Μόλις ζήτησε από τον Χριστό πίστη και την πήρε, κατατροπώθηκε η δύναμη του διαβόλου και έφυγε  μέσα από το παιδί.      

          Αυτό να ζητάμε και εμείς από τον Χριστό. Να αυξάνει την πίστη μας. Μαζί με την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με» ας προσθέτουμε και το αίτημα του πατέρα που ακούσαμε. «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Με δυνατή πίστη στη θεότητα του Χριστού, θα συμμετέχουμε πολύ διαφορετικά στα γεγονότα της Μ. Εβδομάδας.

 

Αμήν.