Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 08/02/2026 - ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ                             08/02/2026

«Ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε και απολωλώς ην και ευρέθη.» (Λουκά ΙΕ’, 24)

          Την πορεία ενός αγίου μας δείχνει το σημερινό Ευαγγέλιο, αγαπητοί αδελφοί. Πώς κάποιος νεαρός απομακρύνθηκε από τον Θεό και πώς στην συνέχεια επέστεψε και ξαναμπήκε στον παράδεισο. Όλοι οι χριστιανοί αυτόν τον στόχο έχουμε. Να αγιάσουμε. Και αλίμονο αν δεν έχουμε αυτόν τον σκοπό στην ζωή μας! Όλοι πρέπει να θέλουμε να γίνουμε, όχι απλώς καλοί άνθρωποι, αλλά καλοί χριστιανοί, δηλαδή Άγιοι.

          Ένας πατέρας, λέει η σημερινή παραβολή, είχε δύο παιδιά, το ένα μεγαλύτερο και το άλλο μικρότερο. Το μικρότερο παλικάρι, κάποια στιγμή έκανε την επανάστασή του, θέλησε να φύγει από το πατρικό του σπίτι. Θεώρησε πως τον έπνιγε πολύ η μεγάλη αγάπη του πατέρα του. Πλησιάζει λοιπόν τον καλό του πατέρα και του ζητάει να του δώσει το μερίδιο της περιουσίας που του ανήκε. Ο καλός πατέρας που δεν ήθελε να στερήσει την ελευθερία από το παιδί του, του έδωσε σε χρήματα, το μερίδιό του. Το παλικάρι, φορτωμένο με χρήματα, έφυγε τρέχοντας να πάει όσο γίνεται πιο μακριά για να μη νιώθει την παρουσία του πατέρα του στη ζωή του, «έφυγε εις χώραν μακράν». Αγνό και απονήρευτο όπως ήταν, έπεσε στις απολαύσεις της κοσμικής ζωής. Νόμιζε πως σε αυτές θα έβρισκε την χαρά. Τον περιτριγύρισαν όμως ένα σωρό νεαροί και σε λίγο του έφαγαν όλα τα χρήματα που του έδωσε ο καλός πατέρας του. Στο τέλος, ρακένδυτος και πεινασμένος, κατάντησε να εκλιπαρεί για να του επιτρέψουν να βόσκει χοίρους, μήπως και μπορέσει να χορτάσει την πείνα του με τα χαρούπια που έτρωγαν οι χοίροι. Στο άθλιο αυτό κατάντημά του, έψαξε μέσα του. Συνήλθε. «Ελθών εις εαυτόν». Εκεί στο βάθος του, βρήκε ότι υπήρχε η θύμηση της αγάπης του πατέρα του. Φούντωσε η ελπίδα, ότι ο πατέρας είναι τόσο καλός, που αν επέστρεφε δεν θα τον έδιωχνε. Ναι, θα πάω στον καλό μου πατέρα, είπε. Μόλις σκέφτηκε τον πατέρα του, άρχισε να δουλεύει μέσα του η ευλογημένη μετάνοια. Πόνεσε για το μεγάλο του σφάλμα. Ο πόνος αυτός έδωσε φτερά στα πόδια του. Δεν άργησε να φτάσει απέναντι από το ευλογημένο πατρικό του σπίτι. Σηκώνει το κεφάλι του και τί βλέπει; Τον πατέρα του με ανοιχτές αγκάλες να έρχεται προς το μέρος του! Η μεγάλη συνάντηση! Ποιος ζωγράφος δεν θα ήθελε να απαθανατίσει αυτήν την εικόνα! Το παραστρατημένο παιδί επιστρέφει στην αγκαλιά του Μεγάλου – του καλού πατέρα. Ακούγεται το παιδί να ψελλίζει: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Μη με δεχτείς σαν παιδί σου, δεν είμαι άξιος να λέγομαι πλέον παιδί σου, δέξου με σαν έναν υπηρέτη σου». Ο πατέρας όμως δεν ακούει τίποτε. Αρκεί που έχει σφιχταγκαλιάσει το παιδί του και το φιλάει. Δίνει εντολή στους υπηρέτες: «Φέρτε την πρώτη του στολή και ντύστε το. Ετοιμάστε γλέντι να γιορτάσουμε, γιατί το παιδί μου ήταν χαμένο και βρέθηκε. Το παιδί μου ήταν νεκρό και να το, ζει!» Και όλοι μαζί γιόρτασαν με τον καλύτερο τρόπο την επιστροφή του Ασώτου, του χαμένου παιδιού! Επειδή «Χαρά γίνεται εν ουρανώ, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

Η παραβολή που μόλις ακούσαμε αγαπητοί αδελφοί, μας λέει ότι για να φθάσουμε στην αγιότητα συνεργάζονται δύο παράγοντες: Η αγάπη του Θεού Πατέρα και η δική μας μετάνοια. Η βεβαιότητα ότι η αγάπη του πατέρα του ήταν αστείρευτη, έκανε το παραστρατημένο παιδί να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αγαπητοί, όλους μας αγαπάει ο Θεός. Ο ίδιος, μας διαβεβαίωσε ότι ήλθε στον κόσμο για να σώσει όλους τους ανθρώπους και κυρίως τους αμαρτωλούς. Εκείνος έψαξε και βρήκε τους τελώνες και τις πόρνες για να  τους τραβήξει από το βούρκο της αμαρτίας και να τους πάρει κοντά του˙ κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε. Για μας έγινε άνθρωπος ο Χριστός. Μας αγαπάει, όχι απλώς πολύ, αλλά μας αγαπάει θεϊκά, αφού αυτός είναι αγάπη και θέλει «Πάντας ανθρώπους σωθήναι». Τι ζητάει όμως από μας ο Θεός για να μας οδηγήσει στον στόχο μας, στην αγιότητα; Μήπως ζητάει να γίνουμε Άγγελοι; Όχι. Ζητάει να μετανοήσουμε. Να του δώσουμε τις αμαρτίες μας για να τις εξαλείψει. «Κύριε, όλοι κάτι σου έδωσαν όταν γεννήθηκες στη Βηθλεέμ. Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτε». Έλεγε ο άγιος Αμβρόσιος στην προσευχή του την ημέρα των Χριστουγέννων και ακούει τη φωνή του Χριστού να του λέει: «Δεν ζητώ τίποτε από εσένα. Δώσε μου αυτό που είναι κατάδικό σου, δώσε μου τις αμαρτίες σου, για να τις εξαλείψω». Να μιμηθούμε τον Άσωτο. Όπως τον ακολουθήσαμε στον κατήφορο της αμαρτίας, να τον ακολουθήσουμε και στο δρόμο της επιστροφής. Να συνέλθουμε. Να αναλογιστούμε το αμαρτωλό παρελθόν μας και να προσπέσουμε στα πόδια του καλού πατέρα μας, του Θεού, και να αναφωνήσουμε μετανοημένοι «Πάτερ ήμαρτον. Τότε θα ανοίξουν οι ουρανοί για να μας υποδεχθούν. Τότε θα νιώσουμε τη ζεστασιά της αγκαλιάς του Θεού. Από μας εξαρτάται αν θα ενεργοποιηθούν οι δύο προϋποθέσεις που θα  μας οδηγήσουν στην πραγμάτωση του στόχου μας. Να δεχθούμε τη χάρη – την αγάπη του Θεού και να μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας.

Αδελφοί, τον προηγούμενο αιώνα έγινε το εξής γεγονός στην Ρωσία: Ένα παλικαράκι συνελήφθη από το κομουνιστικό καθεστώς και οδηγείτο στην εξορία της Σιβηρίας μαζί με άλλους κατάδικους. Στο δρόμο που πήγαιναν, μια ευσεβής χριστιανή γυναίκα έτρεξε και έδωσε στον καθένα ένα μικρό βιβλιαράκι, την Καινή Διαθήκη. Το παλικαράκι αυτό, δεν πίστευε στο Θεό. Πήρε την Καινή Διαθήκη για να μην προσβάλλει τη γυναίκα. Την έβαλε στην τσέπη του και σχεδόν την ξέχασε. Φθάνοντας στον τόπο της εξορίας συνέχισε να καπνίζει με την πίπα του καπνό, όπως πρώτα. Μια μέρα θέλησε να καθαρίσει την πίπα του και μην έχοντας κάτι άλλο να χρησιμοποιήσει, θυμήθηκε την Καινή Διαθήκη, που είχε στην τσέπη του και έκοψε το πρώτο φύλλο της καθαρίζοντας με αυτό τα υπολείμματα του καπνού. Αυτό γινόταν συνέχεια. Φύλλο με φύλλο κατέστρεψε όλο το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Στη συνέχεια το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο και έφτασε και στο κατά Λουκάν. Την ημέρα που θα έκοβε το ΙΕ’ κεφάλαιο, του δημιουργήθηκε η απορία να διαβάσει το φύλλο αυτό, προτού να το χρησιμοποιήσει. Και διάβασε: « Ένας πατέρας είχε δύο γιους…» κτλ.  Διάβασε όλη την παραβολή του ασώτου. Τον πήραν τα κλάματα και μονολογούσε: «Το ότι είμαι αμαρτωλός και άσωτος το ήξερα, το ότι υπάρχει ένας τόσο καλός πατέρας δεν μου πέρασε από το μυαλό». Αυτό έγινε αφορμή να μετανοήσει και να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους χριστιανούς λογοτέχνες. Αυτός είναι ο παγκοσμίως γνωστός Ντοστογιέφσκι που μίλησε στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων με τα βιβλία του.

          Αγαπητοί, ο Χριστός δεν μετράει τις αμαρτίες μας. Περιμένει την μετάνοιά μας. Το να μην αμαρτήσεις καθόλου είναι γνώρισμα των Αγγέλων. Το να παραμένεις στην αμαρτία αμετανόητος είναι διαβολικό. Το να μετανοείς για τις αμαρτίες σου είναι γνώρισμα των Αγίων.      

Αμήν.

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Φεβρουαρίου 2026



 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32



11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32


11 Διὰ νὰ κάμῃ δὲ σαφεστέραν καὶ περισσότερον καταληπτὴν τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, εἶπε καὶ τὴν ἀκόλουθον παραβολήν· ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς δηλαδή, εἶχε δύο υἱούς. 12 Καὶ εἶπεν εἰς τὸν πατέρα ὁ μικρότερος υἱός, ποὺ εἰκονιζει τὸν ἀποστάτην ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος φεύγει ἀπὸ τὴν ὑπακοὴν καὶ προστασίαν τοῦ ἐπουρανίου Πατρός· Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας, ποὺ μοῦ ἀνήκει. Καὶ ἐμοίρασεν ὁ πατὴρ καὶ εἰς τοὺς δύο υἱοὺς τὴν περιουσίαν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ καὶ εἰς τὸν ἁμαρτωλόν, ποὺ θέλει νὰ ζῇ μακρὰν ἀπὸ αὐτόν, παρέχει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ χαρίσματα, ποὺ ἐὰν αὐτὸς δὲν τὰ κατεχρᾶτο, θὰ τὸν ἔκαναν πραγματικῶς εὐτυχῆ καὶ μακάριον. 13 Καὶ ὁ νεώτερος υἱὸς ὕστερα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐμάζευσεν ὅλα, ὅσα τοῦ ἔδωκεν ὁ πατέρας του, ἐταξίδευσεν εἰς μέρος μακρυνὸν καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν περιουσίαν του μὲ τὸ νὰ ζῇ βίον ἄσωτον καὶ παραλυμένον. Ἔτσι χωρίζουν καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν αἱ ἁμαρτίαι του πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεόν, μὲ τὴν κατάχρησιν δὲ τῶν χαρισμάτων, ποὺ τοῦ ἔδωκεν ὁ οὐράνιος Πατήρ, ἑξαχρειώνεται καὶ διαφθείρεται. 14 Ὅταν δὲ ὁ νεώτερος υἱὸς ἐδαπάνησεν ὅλα, ὅσα εἶχεν, ἔγινε πεῖνα μεγάλη εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρχισε νὰ στερῆται. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀπεριόριστοι αἱ ἀπολαύσεις τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀθλιότητα καὶ τὸ κενόν, ποὺ δημιουργεῖ εἰς τὴν καρδίαν του ὁ ἄσωτος βίος καὶ ἡ στέρησις τῆς θείας παρηγορίας. 15 Καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς λόγῳ τῶν στερήσεων καὶ τῆς πείνας του ἐπῆγε καὶ προσελήφθη δοῦλος ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου. Καὶ αὐτὸς τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του διὰ νὰ βόσκῃ χοίρους, ζῷα δηλαδὴ ἀκάθαρτα, ποὺ εἰς ἕνα Ἰουδαῖον, ὅπως ἦτο ὁ νεώτερος υἱός, ἐπροκάλουν τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀποστροφήν. Εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν καταπίπτει καὶ πόσον χάνει τὴν ἀξιοπρέπειάν του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός ! 16 Καὶ ἐπεθύμει ὁ νεώτερος υἱὸς νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδιδε, διότι οἱ ὑπηρέται, ποὺ ἔκαναν τὴν διανομήν, ἐπέβλεπον νὰ τρέφωνται οἱ χοῖροι μὲ αὐτά. 17 Εἰς κάποιαν ὅμως στιγμὴν συνῆλθεν οὗτος εἰς τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν μέθην καὶ τὴν τρέλλαν τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε· πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονον καὶ περισσεύοντα τὸν ἄρτον, ἐγὼ δὲ κινδυνεύω νὰ χαθῶ ἀπὸ τὴν πεῖναν; Τὸ πρῶτον βῆμα τῆς μετανοίας, ἡ ὑπὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ συναίσθησις τῆς ἀθλιότητός του. 18 Εἰς τὴν συναίσθησιν αὐτὴν ἐπακολουθεῖ καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις. Θὰ σηκωθῶ, λέγει ὁ ἄσωτος, καὶ θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ εἴπω· Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἐκτελεῖται μετ’ εὐλαβείας τὸ θεῖον θέλημα ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀξιοῦν ὅλα τὰ κτίσματα νὰ συμμορφοῦνται πρὸς αὐτό, ὅπως σομμορφοῦνται καὶ αὐτοί, λυποῦνται δὲ διὰ τὴν ἀποστασίαν κάθε ἀνθρώπου· ἡμάρτησα καὶ ἐνώπιόν σου, διότι ἐπεριφρόνησα τὴν στοργήν σου καὶ δὲν ἐλογάριασα τὴν λύπην, ποὺ ἐδοκίμαζες, ὅταν ἔφευγα μακρὰν ἀπὸ σέ. 19 Καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένων διαρκῶς ἐν τῇ οἰκίᾳ σου νὰ προσληφθῶ. Κάμε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτούς σου. 20 Καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ὁ ἄσωτος ἐσηκώθη καὶ ἦλθεν εἰς τὸν πατέρα του. Καὶ ἐνῷ αὐτὸς ἀπεῖχεν ἀκόμη μακράν, τὸν εἶδεν ὁ πατέρας του καὶ τὸν ἐλυπήθη καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν εἰς προυπάντησιν αὐτοῦ, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ ἐναγκαλισθεὶς αὐτὸν τὸν ἐφίλησε μὲ πόθον καὶ στοργήν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ὄχι μόνον δέχεται τὸν διὰ τῆς μετανοίας ἐπιστρέφοντα ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ καὶ προτοῦ ἀκόμη πλησιάσῃ αὐτὸς πρὸς τὸν Θεόν, σπεύδει ὁ Θεὸς πρὸς ἀναζήτησίν του καὶ τὸν ἐναγκαλίζεται μὲ στοργήν. 21 Παρὰ τὴν στοργὴν ὅμως τοῦ Πατρός, καὶ παρὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συνδιαλλαγήν, ὁ υἱὸς συντετριμμένος ἔκαμε τὴν ἐξομολόγησίν του καὶ εἶπε: Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. 22 Ὁ πατέρας δὲ τότε τὸν διέκοψε καὶ εἶπεν εἰς τοὺς δούλους του· Βγάλετε ἔξω τὴν πιὸ καλὴν φορεσιάν, ἀπὸ ὅσας ἔχομεν, φορεσιὰν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ποὺ ἐφοροῦσε προτοῦ φύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς θὰ ἐντρέπεται εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εἶναι, νὰ τὴν φορέσῃ, ἐνδύσατέ τον σεῖς, διὰ νὰ μὴ εἶναι πλέον γυμνὸς καὶ κουρελιάρης. Καὶ δώσατε δακτυλίδιον εἰς τὸ χέρι του νὰ τὸ φορῇ, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Δώσατέ του καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, νὰ μὴ περιπατῇ ἀνυπόδητος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τὸν ἀποκαθιστῶ δηλαδὴ ἐξ ὁλοκλήρου είς τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα, ποὺ εἶχε προτοῦ ἀσωτεύσῃ. 23 Καὶ ἐπὶ πλέον διατάσσω νὰ φέρετε καὶ νὰ σφάξετε ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια, ποὺ τὸ τρέφομεν ξεχωριστὰ διὰ κάποιαν χαρμόσυνον καὶ ἐξαιρετικὴν περίστασιν. Καὶ ἀφοῦ φάγωμεν, ἀς χαρῶμεν καὶ ἀς διασκεδάσωμεν μὲ τραγούδια καὶ μὲ χορούς. 24 Διότι ὁ υἱός μου αὐτὸς ἕως πρὸ ὀλίγου ἦτο πεθαμένος καὶ ἑξαναζωντάνευσε· καὶ ἦτο χαμένος καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. 25 Ὁ μεγαλύτερος δὲ υἱός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὠμοίαζον οἱ Φαρισαῖοι, ἦτο εἰς τὸ χωράφι. Καὶ καθὼς ἤρχετο καὶ ἐπλησίαζεν εἰς τὸ σπίτι, ἤκουσεν ὄργανα καὶ τραγούδια καὶ χορούς. 26 Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσεν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο ἀπ’ ἔξω, ἠρώτα νὰ μάθῃ σὰν τὶ τάχα νὰ ἦσαν αὐτά; 27 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπεν· ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἦλθε καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ μοσχάρι τὸ θρεφτό, διότι τοῦ ἦλθε πάλιν ὑγιὴς 28 Ὅπως δὲ οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίζοντο, ὅταν ἔβλεπαν τὸν Κύριον νὰ συναναστρέφεται καὶ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἁμαρτολους, ἔτσι καὶ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε να ἔμβῃ εἰς τὸ σπίτι. Ὁ πατέρας του λοιπὸν μὲ τὴν αὐτὴν στοργήν, ποὺ ἐδέχθη τὸν νεώτερον, ἐβγῆκε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τὸν παρεκάλει. 29 Ἀλλ’ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἀπεκρίθη καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα· Ἰδού, τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καί ποτὲ προσταγὴν δὲν παρέβην. Καὶ δὲν μοῦ ἔδωκες ποτὲ οὔτε ἕνα ἐρίφιον διὰ εὐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου. (Πόσον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλανᾶται ! Ἐὰν ὑπῆρξε τόσον πειθαρχικὸς πρὸς τὸν πατέρα πῶς τώρα μετὰ τόσου πείσματος παρακούει αὐτόν; Πότε δὲ ζήτησεν ἐρίφιον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ὁ πατὴρ δὲν τοῦ ἔδωκε;). 30 Ὅταν δὲ ἦλθεν ὁ προκομμένος αὐτὸς υἱός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσίαν σου μὲ πόρνας, ἔσφαξες δι’ αὐτὸν τὸ μοσχάρι, ποὺ τὸ εἴχαμεν θρεφτάρι. Δηλαδὴ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς μετεχειρίσθη τὴν ἀλαζονικὴν γλῶσσαν τῶν Φαρισαίων, ποὺ περιφρονοῦσαν τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἐνόμιζαν, ὅτι μόνον αὐτοὶ ὡς δίκαιοι εἶχαν δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. 31 Καὶ ὁ πατέρας τότε τοῦ εἶπε· Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντα μαζί μου. Καὶ ὅλα ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. 32 Ἔπρεπε δὲ καὶ σὺ νὰ εὐφρανθῇς καὶ νὰ χαρῇς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ τόσην περιφρόνησιν ὁμιλεῖς ἦτο νεκρὸς καὶ ἔζησε πάλιν· καὶ χαμένος ἦτο καὶ εὑρέθη.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 01/02/2026

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ    01/02/2026

          «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος» (Λουκά ΙΗ’,14)

          Όλοι μας, αγαπητοί αδελφοί, θα θέλαμε κατά την ώρα της προσευχής μας να αισθανόμαστε ότι ο Θεός μάς ακούει και ανταποκρίνεται. Θα επιθυμούσαμε κάθε φορά ο διάλογός μας με τον Θεό να είναι ζωντανός. Μιλάμε με τον Θεό κι εκείνος μας απαντάει. Η ψυχή μας, κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, συνομιλεί με τον πατέρα της και γεμίζει από χαρά. Όταν νιώσει αυτήν την χαρά η ψυχή μας, της δημιουργείται η επιθυμία να συνομιλεί όλο και περισσότερο με τον Θεό. Καταφεύγει συνεχώς στην προσευχή, απολαμβάνει αυτήν την παρουσία του Θεού και καταλήγει στην παραγγελία του αποστόλου Παύλου: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ποιά είναι όμως τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει η προσευχή μας και πώς πρέπει να αισθανόμαστε όταν μιλάμε με τον Θεό;  Αυτό ήθελε να διδάξει ο Χριστός λέγοντας την παραβολή του «Τελώνου και του Φαρισαίου», που ακούσαμε σήμερα.

          Μπήκαν, λέει η παραβολή, στον ναό δύο άνθρωποι για να προσευχηθούν. Δύο άνθρωποι που όσοι τους γνώριζαν ήξεραν πως είναι εντελώς αντίθετοι. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος ήταν Τελώνης. Για τον Φαρισαίο είχαν την εντύπωση ότι ήταν ο καλός. Ο φίλος του Θεού, που η ζωή του ήταν πάντα σύμφωνη με τον νόμο και τις εντολές του Θεού. Για τον άλλον, τον Τελώνη, πίστευαν ότι αυτός είναι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Ανέβηκαν λοιπόν και οι δύο στον ναό για να ανοίξουν την καρδιά τους στο Θεό. Ο Φαρισαίος στάθηκε στο μέσον του ναού για να φαίνεται και να ακούγεται από όλους τους ανθρώπους και έλεγε στον Θεό: «Κύριε σε ευχαριστώ γιατί κατάφερα να είμαι σαν εσένα κι όχι σαν τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχω τα ελαττώματά τους. Εκείνοι είναι άρπαγες, άδικοι, ανήθικοι». Δείχνοντας δε προς το μέρος του Τελώνη είπε: «Πολύ δε περισσότερο δεν είμαι σαν αυτόν εδώ τον αμαρτωλό Τελώνη». Και αφού κατηγόρησε και κατέκρινε όλους τους ανθρώπους, στη συνέχεια έπλεξε το εγκώμιο στον εαυτό του, παρουσιάζοντάς τον δίκαιο και τέλειο, που έχει όλες τις αρετές. Εγώ, λέει στον Θεό, λες κι ο Θεός δεν τον ήξερε, νηστεύω όπως ορίζει ο νόμος Σου δύο φορές την εβδομάδα και κάνω ελεημοσύνες, δίνοντας στους φτωχούς το ένα δέκατο από τα εισοδήματά μου. Κάπως έτσι ήταν η προσευχή του Φαρισαίου. Αυτοί που τον άκουγαν, αλλά και αυτός ο ίδιος, είχε την ιδέα ότι έτσι πρέπει να είναι κι έτσι πρέπει να αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και την ώρα που ανοίγει την καρδιά του και συνομιλεί με τον Θεό διά της προσευχής.     

          Συνεχίζοντας η παραβολή μάς περιγράφει και τον Τελώνη προσευχόμενο. Αυτός καθόταν μακριά. Γονατιστός κάπου σε μια γωνιά, έβλεπε συνέχεια μέσα του. Ζούσε την αμαρτωλότητά του. Πονούσε γι’ αυτήν και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον Θεό. Σαν σε ταινία περνούσαν μπροστά από τα μάτια της συνειδήσεώς του, όλες οι αμαρτίες του. Μόνο αυτές έβλεπε. Δεν έβρισκε καμία αρετή στον εαυτό του. Κι αν είχε κάνει κάτι καλό, επισκιαζόταν από το πλήθος των αμαρτιών του. Βυθισμένος μέσα στο βούρκο της αμαρτωλότητάς του, δεν ερχόταν στα χείλη του άλλος λόγος παρά το: Θεέ μου, σπλαχνίσου με και ελέησέ με. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Την ιερότατη ώρα της προσευχής του, δεν τολμούσε να ξεγελάσει ούτε τον εαυτό του, ούτε τον Θεό. Δεν περίμενε ούτε επιζητούσε να τον επαινέσει ο Θεός. Ούτε φοβόταν όμως πως θα τον τιμωρήσει! Ζούσε την πατρική αγάπη του Θεού και προσπαθούσε να κολυμπήσει μέσα στο πέλαγος της άπειρης ευσπλαχνίας του. Γνώριζε πολύ καλά, ότι στη συνείδηση των ανθρώπων ήταν καταδικασμένος. Φαίνεται όμως πως γνώριζε καλά ότι ο Θεός σκέπτεται και κρίνει διαφορετικά. Είναι σίγουρος πως ο Θεός θέλει αυτός να σωθεί κι όχι να καταδικαστεί, γι’ αυτό παρακαλεί τον Θεό να τον σπλαχνιστεί και να τον συγχωρήσει. Δεν κρύβει την αμαρτωλότητά του, αντίθετα την παραδέχεται και την αποκαλύπτει. Ομολογεί πως είναι αμαρτωλός και θέλει ο Θεός να τον αντιμετωπίσει σαν αμαρτωλό. Δεν δικαιολογεί τα σφάλματά του. Τα παραδέχεται, αλλά θέλει να τα ξεφορτωθεί. Κουράστηκε να τα κρύβει στο υποσυνείδητό του. Κάνει την εξομολόγησή του μπροστά στον Θεό. Επαναλαμβάνει το «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και κάθε φορά έρχεται στο μυαλό του και μία αμαρτία. Την πετάει μέσα στο άπειρο έλεος του Θεού και αλαφρώνει. Τι κρίμα γι’ αυτόν που έζησε πριν την Πεντηκοστή! Δεν έχει την δυνατότητα να καταφύγει στο επιτραχείλι του πνευματικού και να ακούσει και με τα σωματικά του αυτιά το «Τέκνον αφέονταί σου αι αμαρτίαι σου». Όμως τελικά απολαμβάνει το αίσθημα ότι ο Θεός δεν τον απορρίπτει όπως τον απορρίπτουν οι άνθρωποι, όπως το έκανε μόλις τώρα και ο Φαρισαίος.

          Τι έγινε τελικά; Και ο Φαρισαίος προσευχήθηκε κι ο Τελώνης προσευχήθηκε. Ποιόν από τους δύο άκουσε ο Θεός; Μας το λέει στη συνέχεια η παραβολή. Τελειώνει ο Χριστός λέγοντας, επέστρεψε στο σπίτι του δικαιωμένος ο Τελώνης κι όχι ο Φαρισαίος. Πόσο διαφορετικά κρίνει ο Θεός από εμάς τους ανθρώπους! Εμείς κρίνουμε και αξιολογούμε με βάση αυτά που φαίνονται, ενώ ο Θεός βαθμολογεί με βάση αυτά που γίνονται μέσα στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και δεν τα βλέπουμε εμείς. Μόνο ο Θεός γνωρίζει αυτά που γίνονται στο βάθος της ύπαρξης του καθενός μας!

          Αγαπητοί αδελφοί, και εμείς καταφεύγουμε στην προσευχή. Και εμείς συνεχώς συνομιλούμε με τον Θεό. Και εμείς θα θέλαμε να αισθανόμαστε ότι ο Θεός μάς ακούει με προσοχή και είναι πάντα πρόθυμος να πλημμυρίσει την καρδιά μας με την παρουσία Του. Να μιλάμε λοιπόν σε Αυτόν όπως ο Τελώνης.  Να αισθανόμαστε την αμαρτωλότητά μας. Την ώρα της προσευχής μας, να φέρνουμε στον νου μας, όλες τις αμαρτίες μας. Μία – μία ξεχωριστά. Να λυπόμαστε για τα σφάλματά μας και να παρακαλούμε το Θεό να μας ευσπλαχνιστεί και να μας συγχωρήσει. Να γνωρίζουμε καλά ότι ο Θεός δεν είναι τιμωρός. Απλώς, δεν στέλνει τη χάρη του στους υπερήφανους και σ’ αυτούς που δεν αναγνωρίζουν ταπεινά τις αμαρτίες τους και δεν ζητάνε το έλεός Του! Όταν έχεις την ιδέα ότι είσαι καλός, όταν βλέπεις στη ζωή σου μόνο αρετές και αναμοχλεύεις τα δήθεν κατορθώματά σου, απομακρύνεις την χάρη του Θεού, γιατί ο Θεός δίνει τη χάρη Του μόνο στους ταπεινούς. Ο εγωιστής και υπερήφανος δεν πρόκειται να απολαύσει ποτέ την παρουσία του Θεού στη ζωή του.

          Ας έχουμε λοιπόν αδελφοί, ταπεινή ιδέα για τον εαυτό μας. Ας φέρνουμε συνέχεια στο μυαλό μας τις αμαρτίες μας κι ας επαναλαμβάνουμε τα λόγια του αμαρτωλού Τελώνη: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μόνο τότε θα νιώθουμε μια άρρητη κρυφή χαρά κάθε φορά που κάνουμε την προσευχή μας! 

Αμήν.




Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Τελώνου καί Φαρισαίου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Φεβρουαρίου 2026





 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΗ´ 10 - 14



10 Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΗ´ 10 - 14


10 Δύο ἄνθρωποι ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν διὰ νὰ προσευχηθον· ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. 11 Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθη ὄρθιος, ὥστε νὰ φαίνεται καλά, καὶ προσηύχετο καθ’ ἑαυτὸν καὶ δι’ ἑαυτὸν ταῦτα· Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, διότι δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνην. Εἰς καιρὸν δηλαδὴ ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἔνοχοι καὶ ἀξιοκατάκριτοι, ἐγὼ προβάλλω ὡς μόνος ἀνένοχος καὶ σὲ εὐχαριστῶ, διότι δὲν βλέπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὰς τόσας κακίας, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ ἄλλοι. 12 Ἔχω ὅμως καὶ ἀρετάς. Νηστεύω δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα (Δευτέραν καὶ Πέμπτην)· δίδω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ἀποκτῶ, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον μικρὰ καὶ εὐτελῆ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβάλλει ὁ νόμος τὴν δεκάτην. 13 Ὁ τελώνης ὅμως ἔστεκε μακρὰν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, ποὺ ἐκαίοντο αἱ θυσίαι, καὶ δὲν εἶχε τὴν τόλμην ὄχι μόνον τὰς χεῖρας του, ἀλλὰ οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ ἐπάνω πρὸς τὸν οὐρανόν. Ἀλλ’ ἐκτύπα συνεχῶς τὸ στῆθος του, ποὺ περιέκλειε τὴν ἁμαρτωλὴν καὶ ἀκάθαρτον καρδίαν του, καὶ ἔλεγεν· Ὦ Κύριε καὶ Θεέ, σπλαγχνίσου με καὶ συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλόν. 14 Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ περιφρονημένος τελώνης κατέβη ἀπὸ τὸ ἱερὸν εἰς τὸ σπίτι του ἀθωωμένος καὶ δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος. Ἐδικαιώθη δὲ ὁ τελώνης καὶ κατεκρίθη ὁ Φαρισαῖος, διότι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ταπεινωθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ κατακριθῇ· ἐκεῖνος δέ, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ τιμηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25/01/2026

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ  (Λουκά ΙΘ 1-10)                       25-01-2026             

«Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο»

Την μετάνοια και τη σωτηρία ενός αμαρτωλού, μας περιγράφει το σημερινό Ευαγγέλιο, αγαπητοί αδελφοί. Ο Ζακχαίος είναι τελώνης και μάλιστα αρχιτελώνης στο τελωνείο της πόλεως Ιεριχούς. Σεσημασμένος αμαρτωλός, αφού εκμεταλλευόταν την εξουσία που του παρείχε η δημόσια θέση του, για να κλέβει και να αδικεί τους συμπατριώτες του, παίρνοντάς τους φόρους, περισσότερους απ’ αυτούς που όριζε  ο νόμος. Έκλεβε τους φτωχούς ανθρώπους και τους έκανε φτωχότερους.

Μέσα του όμως, βαθιά στη συνείδησή του, έμεινε λίγη ανθρωπιά. Γι’ αυτό, αυτόν τον καιρό που άκουγε ότι κάποιος Ιησούς διδάσκει ωραία πράγματα και κάνει και θαύματα, του δημιουργήθηκε η επιθυμία να τον γνωρίσει. Άκουσε πως αυτός ο μεγάλος διδάσκαλος βρίσκεται στην Ιεριχώ και θα περάσει  από τον δρόμο που ήταν κοντά στο τελωνείο. Βγήκε  λοιπόν  για να ικανοποιήσει την επιθυμία του, να δει τον Χριστό. Το ανάστημά του όμως δεν του το επέτρεπε. Ήταν κοντός. Δεν δίστασε λοιπόν να ανέβει σε ένα δέντρο που ήταν δίπλα στο δρόμο. Από εκεί  είχε καλή θέα. Πλησίασε η συνοδεία του Χριστού και ενώ ο Ζακχαίος αγωνιζόταν να ξεχωρίσει μέσα στο πλήθος, εκείνον που ποθούσε να γνωρίσει, έκπληκτος ακούει το όνομα του. Κάποιος του φωνάζει «Ζακχαίε κατέβα γρήγορα και πήγαινε στο σπίτι σου γιατί θέλω σήμερα να με φιλοξενήσεις». Συγκλονισμένος  από το θαύμα που του έκανε ο Χριστός να τον φωνάξει με το όνομα του, ο Ζακχαίος, έτρεξε να προετοιμάσει την φιλοξενία. Μάλλον προετοίμαζε την εξομολόγησή του! Σ’ όλο το δρόμο, μέχρι να φθάσει στο σπίτι του, σκεπτόταν τις αμαρτίες του και τις αδικίες που είχε κάνει στους συνανθρώπους του. Συγκλονίστηκε τόσο πολύ από τη θέα του προσώπου του Χριστού και από το άκουσμα της φωνής του, που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει τους ελέγχους της συνειδήσεώς του. Όλα βρισκόταν στη γλώσσα του. Τα ξεστόμισε μόλις ο Χριστός μπήκε στο σπίτι του και στην καρδιά του. Αληθινή μετάνοια του Ζακχαίου, που ολοκληρώθηκε με την σταθερή απόφαση να διορθώσει τις αδικίες. Χωρίς κανείς  να τον πιέσει, άρχισε να λέει στον Χριστό:  «Κύριε  τα μισά από τα υπάρχοντά μου, τα μοιράζω σε ‘κείνους που με τις κλεψιές  μου τους κατάντησα φτωχούς. Σε ‘κείνους  δε που τους αδίκησα με τις ψεύτικες συκοφαντίες μου για να τους πάρω περισσότερα, τώρα τους τα επιστρέφω στο τετραπλάσιο». Το αποτέλεσμα αυτής της πραγματικής μετάνοιας ακούστηκε από τα χείλη του Χριστού. «Σήμερα σώθηκαν όλοι αυτοί που κατοικούν σ’ αυτό το σπίτι. Ο Ζακχαίος, καίτοι αμαρτωλός, δεν παύει να είναι απόγονος του Αβραάμ. Επειδή μετανόησε ειλικρινά  σώθηκε και συμπαρέσυρε στη σωτηρία, όλη την οικογένειά του»,  και συμπλήρωσε ο Χριστός: «Εγώ γι’ αυτό ήλθα στον κόσμο, για να σώσω τους αμαρτωλούς που μετανοούν σαν τον αρχιτελώνη Ζακχαίο».

Δυνατό το παράδειγμα του Ζακχαίου για όλους μας, αγαπητοί αδελφοί. Λίγο ως πολύ, όλοι του μοιάζουμε. Όλοι μας είμαστε αμαρτωλοί. Μπορεί να μην είμαστε κλέφτες και εκμεταλλευτές  γιατί δεν μας δόθηκε η ευκαιρία. Είμαστε όμως υπόδουλοι  σε άλλα πάθη και έχουμε διαπράξει πολλές αμαρτίες. Έχουμε κατακρίνει, έχουμε συκοφαντήσει, ζηλεύουμε, φθονούμε, εκδικούμαστε, αμαρτάνουμε «εν λόγω, εν έργω, εν  διανοία.»  Οι λογισμοί μας είναι ακάθαρτοι και αμαρτωλοί.

Για να σωθούμε και να απαλλαγούμε από τις τύψεις της συνειδήσεώς μας, πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Ζακχαίου. Εκείνος αναλογίστηκε τις αμαρτίες του, τις αδικίες του, παραδέχτηκε ότι μέσα του ήταν πολύ ιερωμένος. Με πόθο αναζητούσε να γνωρίσει το Χριστό. Η γνωριμία του αυτή τον οδήγησε στη μετάνοια. Η επίσκεψη του Χριστού στο σπίτι του και στην καρδιά του, έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Τον ελευθέρωσε από τις ακαθαρσίες των αμαρτιών του. Και κάτι περισσότερο. Τον έκανε πρόθυμο να διορθώσει και τις πληγές που προξένησαν οι αδικίες του, στους συνανθρώπους του.

Όπως ο Ζακχαίος, έτσι και μείς. Πρέπει να αναλογιστούμε όλες τις αμαρτίες μας, όλα μας τα λάθη. Να λυπηθούμε γι’ αυτά και να πάρουμε την γενναία απόφαση να τα ομολογήσουμε. Την μετάνοια και την συντριβή θα ακολουθήσει η εξομολόγηση. Για να γίνουν όλα αυτά πρέπει πρωτίστως να ταπεινωθούμε. Να αποβάλουμε την μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Να τσακίσουμε τον εγωισμό μας. Να μη λογαριάσουμε τι λένε οι άλλοι άνθρωποι για μας. Να μη διστάσουμε να χαλάσουμε την καλή εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας. Τόσα χρόνια τους κοροϊδεύουμε και τους κάνουμε τον καλό. Μέσα μας όμως είμαστε διαφορετικοί απ’ ότι φαινόμαστε εξωτερικά. Χρειάζεται πολύ κουράγιο να ξεσχίσεις το ωραίο και καλό πορτραίτο  που έχεις φτιάξει για τον εαυτό σου! Ο Ζακχαίος όταν ανέβαινε στη συκομουριά, γκρέμιζε την εικόνα που είχαν οι συμπατριώτες του γι’ αυτόν. Ο αρχιτελώνης  της Ιεριχούς, μας λέει και κάτι άλλο σήμερα. Όχι μόνο να μετανοήσουμε και να εξομολογηθούμε τα αμαρτήματα μας, αλλά και να διορθώσουμε, στο βαθμό που μπορούμε, τις αδικίες που κάναμε.

Εάν, αγαπητοί αδελφοί, φιλοξενήσουμε τον Χριστό στην καρδιά μας. Εάν πιστέψουμε ακράδαντα πως Αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Εάν εφαρμόσουμε στη ζωή μας τις εντολές του και ζήσουμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο Του. Εάν μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας και τις ομολογήσουμε όπως έκανε ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, θα ακούσουμε κι εμείς τον Χριστό να λέει για μας: «Σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο.»

Αμήν.  

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Κυριακὴ ΙE΄ Λουκᾶ – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ἰανουαρίου 2026




 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΘ´ 1 - 10



1 Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἰεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν· 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΘ´ 1 - 10


1 Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὴν Ἱεριχῶ, διέβαινε τὴν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ἐκαλεῖτο Ζακχαῖος· καὶ αὐτὸς ἦτο ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. 3 Καὶ ἐζήτει νὰ ἴδῃ τὸν Ἰησοῦν ποῖος εἶναι, καὶ δὲν ἠμποροῦσεν ἀπὸ τὴν συρροὴν τοῦ λαοῦ, διότι ἦτο κοντὸς κατὰ τὸ ἀνάστημα καὶ ἐσκεπάζετο ἀπὸ τὸ πλῆθος. 4 Καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν ἐμπρὸς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Ἰησοῦν, ἀνέβη σὰν νὰ ἦτο μικρὸ παιδὶ εἰς μίαν σοκομορέαν διὰ νὰ τὸν ἴδη, διότι ἀπὸ τὸν δρόμον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο τὸ δένδρον αὐτό, ἔμελλε νὰ διέλθῃ ὁ Ἰησοῦς. 5 Καὶ εὐθὺς ὡς ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐσήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε, καὶ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζῃ ἀπὸ παλαιότερα, τὸν ἐφώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερον πρέπει ἐγὼ σύμφωνα μὲ τὴν θείαν βουλήν, ποὺ παρασκευάζει τὴν σωτηρίαν σου, νὰ μείνω εἰς τὸ σπίτι σου. 6 Καὶ κατέβη ὁ Ζακχαῖος γρήγορα καὶ τὸν ὑπεδέχθη εἰς τὸ σπίτι του μὲ χαράν. 7 Καὶ ὅταν εἶδαν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐπροτίμησε τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐμουρμούριζαν ὅλοι μεταξύ των μὲ ἀγανάκτησιν καὶ περιφρόνησιν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔλεγαν, ὅτι εἰς τὸ σπίτι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ ἐμβῆκε νὰ μείνῃ καὶ νὰ ἀναπαυθῇ. 8 Ἐστάθη δὲ ὁ Ζακχαῖος ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἰδοὺ τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου, Κύριε, τὰ δίδω ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς. Καὶ ἐὰν τυχὸν ὡς τελώνης μετεχειρίσθην συκοφαντίαν καὶ ψευδεῖς καταγγελίας καὶ ἀναφορὰς διὰ νὰ ἀδικήσω καὶ καταχρασθῶ κανένα εἰς τίποτε, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιον. 9 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι σήμερον εἰς τὸ σπίτι αὐτό, τόσον εἰς τὸν οἰκοδεσπότην, ὅσον καὶ εἰς τοὺς οἰκιακούς του, συνετελέσθη διὰ τῆς ἐπισκέψεώς μου σωτηρία. Ἐπεβάλλετο δὲ νὰ σωθῇ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης οὗτος, διότι καὶ αὐτὸς ἐξ ἴσου πρὸς σᾶς, ποὺ γογγύζετε, εἶναι υἱὸς καὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ ἐπαγγελία τῆς σωτηρίας. 10 Ἔπρεπε δὲ νὰ συντελέσω ἐγὼ εἰς τὴν σωτηρίαν αὐτήν, διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὴν γῆν, διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ σώσῃ τὸ ὡς ἄλλο χαμένον πρόβατον κινδυνεῦον νὰ ἀποθάνῃ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ σύνολον τῆς ἀνθρωπότητος.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18/01/2026

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΛΟΥΚΑ     18/01/2026

«Και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες, Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς».

 

Στην θεραπεία των 10 λεπρών αναφέρεται το Ευαγγέλιο σήμερα αγαπητοί αδελφοί. Οι άνθρωποι αυτοί υπέφεραν από την ανίατη τότε, αρρώστια της λέπρας. Πονούσαν, πεινούσαν, κρύωναν. Λέπια – λέπια έπεφταν τα κομμάτια από το δέρμα τους. Αποκρουστικοί στην όψη. Αξιολύπητοι. Και το χειρότερο από όλα, απομονωμένοι, αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Η προσωποποίηση της δυστυχίας! Ζούσαν υποτυπωδώς σε απομακρυσμένα μέρη. Δεν τους επιτρεπόταν να επιστρέψουν σε κατοικημένα χωριά και πόλεις, γιατί η επάρατη αρρώστια ήταν μεταδοτική. Καταδικασμένοι να πεθάνουν σε κάποιο απομακρυσμένο βουνό και να ταφούν όπως – όπως από τους άλλους λεπρούς που ήταν μαζί τους.

            Οι δέκα λεπροί του σημερινού Ευαγγελίου στάθηκαν τυχεροί. Κοντά από τον τόπο της εξορίας τους, πέρασε κάποια μέρα ο Χριστός. Κατευθυνόταν προς τα Ιεροσόλυμα κι όχι τυχαία, πέρασε ανάμεσα από την Σαμάρεια και την Ιουδαία. Εκεί κοντά ήταν και το καταφύγιο των δυστυχισμένων λεπρών. Άκουσαν το θόρυβο που έκανε η συνοδεία του Χριστού. Κάποιος τους πληροφόρησε ότι είναι ο Ιησούς. Είχαν ακούσει γι’ αυτόν και για την αγάπη Του προς όλους τους ανθρώπους και ακόμη ότι έκανε πολλές θεραπείες και πολλά θαύματα. Πίστεψαν πως αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας και γι’ αυτό πλησίασαν, όσο τους επιτρεπόταν, στο δρόμο κι άρχισαν να φωνάζουν. Ονόμαζαν τον Χριστό «Επιστάτα» δηλαδή Κύριε. Αφέντη, ελέησον ημάς. Θεράπευσέ μας. Απάλλαξε μας από αυτό το μαρτύριο. Ο Χριστός διάβασε όχι μόνο τον πόνο τους, αλλά κυρίως την πίστη τους στη θεότητα Του και αμέσως ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους. «Πηγαίνετε να πάρετε την βεβαίωση από τους ιερείς – ιατρούς ότι θεραπευτήκατε». Εδώ φαίνεται η πίστη των λεπρών. Χωρίς άλλες διευκρινήσεις, πεπεισμένοι πλήρως για την θεραπευτική δύναμη των λόγων του Χριστού, επέστρεψαν υγιείς στα σπίτια τους. Από τη χαρά τους όμως, λησμόνησαν να γυρίσουν πίσω και να πουν ένα ευχαριστώ στον ευεργέτη τους. Μόνο ένας το έκανε. Γύρισε και εξέφρασε γονατιστός μπροστά στα πόδια του Χριστού την ευγνωμοσύνη του. Αυτό λύπησε το Χριστό και έκανε το παράπονό Του. «Και οι δέκα δεν θεραπεύτηκαν; Μόνο ο ένας ήλθε να πει ευχαριστώ».

          Ακούγοντας το σημερινό Ευαγγέλιο, αγαπητοί αδελφοί, έρχεται στο μυαλό μας μία άλλη λέπρα. Η λέπρα της ψυχής. Και ποια είναι η λέπρα της ψυχής; Είναι η αμαρτία. Αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο στον πνευματικό θάνατο. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο κυρίως να απαλλάξει τους ανθρώπους απ’ αυτήν την πνευματική λέπρα. Όπως τότε οι δέκα λεπροί κατέφυγαν στον μοναδικό γιατρό της σωματικής λέπρας και θεραπεύτηκαν, έτσι πρέπει να προστρέξουν και οι πνευματικά λεπροί στον «Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων», για να απαλλαγούν από τον αιώνιο θάνατο. Τι ήταν εκείνο όμως που ώθησε τους λεπρούς να προστρέξουν και ζητήσουν από το Χριστό την θεραπεία τους; Ας το εξετάσουμε για να τους μιμηθούμε και να προστρέξουμε και εμείς να ζητήσουμε από το Χριστό τη θεραπεία μας από την λέπρα της αμαρτίας. Κατ’ αρχάς οι δέκα λεπροί αναγνώριζαν και παραδέχονταν ότι ήταν άρρωστοι. Γι’ αυτό και ή τους ανάγκασαν οι άλλοι ή μόνοι τους πήραν την απόφαση να απομονωθούν.

          Και εμείς πρέπει να αναγνωρίσουμε την αμαρτωλότητά μας. Να ομολογήσουμε ότι στη ζωή μας έχουμε κάνει πολλά λάθη. Πολλές αμαρτίες μεγάλες ή μικρές. Να μη τις δικαιολογούμε και να μη προσπαθούμε να τις καταχωνιάζουμε στο υποσυνείδητό μας. Όπως οι λεπροί  έβλεπαν τα λέπια της λέπρας στο σώμα τους, έτσι κι εμείς να φέρνουμε συνεχώς μπροστά στα μάτια μας, τα λάθη μας – τις αμαρτίες μας και να παραδεχόμαστε ότι είμαστε αμαρτωλοί. Η αναγνώριση της αμαρτωλότητάς μας, θα μας οδηγεί στο να καλούμε τον Χριστό να μας συγχωρήσει τις αμαρτίες μας. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό».  Τους λεπρούς τους οδήγησε στο να τρέξουν στο Χριστό και να ζητήσουν βοήθεια, ο πόνος που τους προκαλούσαν οι πληγές της ανίατης αρρώστιας. Και εμείς να λυπόμαστε και να πονάμε για το ότι δεν καταφέρνουμε να εφαρμόζουμε στη ζωή μας τις εντολές του Ευαγγελίου. Να πονάμε και να λυπόμαστε που με τις αμαρτίες μας, πληγώνουμε την αγάπη μας προς τον Θεό. Να ντρεπόμαστε για τις πτώσεις μας στην αμαρτία. Η λύπη, ο πόνος, η εντροπή για την αμαρτωλότητά μας, θα γίνεται αφορμή να βγάζουμε κραυγή προς το Χριστό «Επιστάτα ελέησον ημάς».

          Οι λεπροί ζούσαν μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Μακριά από τα σπίτια τους. Έξω από το φυσικό τους περιβάλλον. Από την ανθρώπινη κοινωνία. Αυτό τους έκανε να ποθούν δικαίως την θεραπεία τους για να επιστρέψουν στους δικούς τους ανθρώπους. Έτσι κι εμείς, όταν διαπράττουμε αμαρτίες και επιμένουμε στην αμαρτωλή ζωή, αποκοπτόμαστε από τα πρόσωπα που μας αγαπούν. Ντρεπόμαστε να δούμε τις εικόνες της Παναγίας, των Αγίων. Η υποδούλωσή μας στα πάθη και τις αμαρτίες, μάς αποθαρρύνουν. Μας απομακρύνουν από την προσευχή. Δεν μπορούμε να απολαύσουμε τον διάλογο – την συζήτηση με τον Χριστό. Η απομάκρυνση από τον Χριστό γεμίζει την καρδιά μας με απογοήτευση και απελπισία. Η ζωή της αμαρτίας δεν έχει μέσα της αληθινή χαρά, αλλά πρόσκαιρη και επιπόλαιη χαρά. Η πνευματική λέπρα είναι χειρότερη από την σωματική. Επιφέρει αιώνιο θάνατο. Απομακρύνει από τον Θεό. Η αναγνώριση λοιπόν της αμαρτωλότητάς μας, ο πόνος και η λύπη για τις αμαρτίες μας, η στέρηση της συντροφιάς με τους αγίους που δημιουργείται με την αμαρτωλή ζωή, οδηγούν τους χριστιανούς, στο να ζητάνε τη θεραπεία τους από το Χριστό με τα λόγια των δέκα λεπρών «Ιησού Επιστάτα ελέησον ημάς».

          Αγαπητοί αδελφοί, όλοι μας λίγο πολύ, είμαστε χτυπημένοι από την λέπρα της αμαρτίας. Όλους μάς βασανίζουν τα πάθη και οι αμαρτωλές επιθυμίες. Λέει ψέματα όποιος ισχυρίζεται ότι είναι αναμάρτητος. Έχουμε λοιπόν ανάγκη να θεραπευθούμε. Και ο μόνος που μπορεί να μας καθαρίσει από τα λέπια αυτής της επάρατης νόσου είναι ο Χριστός. Είναι ο Επιστάτης που πέρασε έξω από το λεπροκομείο των δέκα λεπρών. Ας Του φωνάξουμε και εμείς. Ας ζητήσουμε την βοήθεια Του. Να το κάνουμε όμως σήμερα. Δεν πρέπει να φύγουμε από αυτή τη ζωή αθεράπευτοι, αμετανόητοι, αμαρτωλοί. Είναι κρίμα να αφήσουμε τη λέπρα να σκοτώσει την ψυχή μας αιώνια. Ας ταρακουνήσουμε την κοιμισμένη ψυχή μας να ξυπνήσει, πριν είναι αργά. Το αύριο δεν είναι δικό μας.

«Ψυχή μου – ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις, το τέλος εγγίζει…»

(ΙΒ’ Λουκά ΙΖ’, 12-19) 

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 18 Ἰανουαρίου 2026




 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΖ´ 12 - 19



12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. 15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΖ´ 12 - 19


12 Καὶ ὅταν εἰσήρχετο εἰς κάποιο χωρίον, τὸν συνήντησαν δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν ἀπὸ μακράν, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον κάθε λεπρὸς ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτος καὶ δὲν τοῦ ἐπετρέπετο νὰ πλησιάσῃ κανένα. 13 Καὶ αὐτοὶ ἔβγαλαν φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπαν· Ἰησοῦ, Κύριε, κάμε ἔλεος εἰς ἡμᾶς καὶ θεράπευσέ μας. 14 Καὶ ὅταν τοὺς εἶδε, εἶπε πρὸς αὐτούς· Πηγαίνετε καὶ δείξατε τὸ σῶμα σας εἰς τοὺς ἱερεῖς διὰ νὰ βεβαιώσουν αὐτοί, σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἐὰν πράγματι ἐθεραπεύθητε. Καὶ συνέβη, ὅταν αὐτοὶ ἐπήγαιναν νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ἐκαθαρίσθησαν ἀπὸ τὴν λέπραν. 15 Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι ἐθεραπεύθη, ἐπέστρεψε καὶ μὲ φωνὴν μεγάλην ἐκφράζων τὴν χαρὰν καὶ εὐγνωμοσύνην του ἐδόξαζε τὸν Θεόν, ποὺ διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἐθεράπευσε. 16 Καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς πλησίον τῶν ποδῶν τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστεῖ. Καὶ αὐτὸς ἦτο Σαμαρείτης, σχισματικὸς καὶ ὀλιγώτερον φωτισμένος ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἐπερίμενε κανεὶς νὰ δείξῃ αὐτὸς εὐγνωμοσύνην, ὁποίαν δὲν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα, ποὺ ἦσαν Ἰσραηλῖται. 17 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Δὲν ἐκαθαρίσθησαν ἀπὸ τὴν λέπραν καὶ οἱ δέκα; Οἱ δὲ ἄλλοι ἐννέα ποὺ εἶναι; 18 Ἐχάθησαν νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ δώσουν δόξαν εἰς τὸν Θεόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ξένον αὐτόν, ποὺ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ γνήσιον ἰουδαϊκὸν γένος; 19 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Σήκω καὶ πήγαινε· ἡ πίστις σου δὲν ἐθεράπευσε τὸ σῶμα σου μόνον, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καὶ καλὴν ἀρχήν, ποὺ θὰ σὲ ὁδηγηση εἰς τὴν πνευματικὴν σωτηρίαν.