Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31/05/2026

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ                           31/05/2026                           

«Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω…,(Ιωάνν. Ζ’ 37)

«Εγώ ειμί το φως του κόσμου…» (Ιωάνν. Η’ 12)

     Μια εβραϊκή γιορτή, γιορτάζουμε σήμερα αγαπητοί αδελφοί που συμπίπτει με τη δική μας εορτή της πεντηκοστής. Οι Εβραίοι γιόρταζαν την ημέρα της Σκηνοποιίας. Επί επτά ημέρες έμεναν μέσα σε σκηνές, για να θυμούνται ότι ο Θεός τους προστάτευε επί 40 χρόνια που οδοιπορούσαν προκειμένου να φθάσουν στην γη της Επαγγελίας, όταν έφυγαν από την δουλεία των Αιγυπτίων. Αυτές τις ημέρες περισσότερο θυμόντουσαν τις ευεργεσίες του Θεού εκείνα τα δύσκολα χρόνια και πιο συγκεκριμένα δύο από αυτές. Το ότι τους ξεδίψασε στην έρημο και το ότι τους έδειχνε τον δρόμο με τη φωτεινή νεφέλη. Όντως στην έρημο κόντεψαν να πεθάνουν από τη δίψα. Επί ημέρες δεν έβρισκαν νερό να ξεδιψάσουν. Τότε έπεσαν σε προσευχή και ο Θεός φώτισε τον αρχηγό τους τον Μωυσή να κτυπήσει με το ραβδί του σε ένα βράχο. Ο βράχος αμέσως ανέβλυσε άφθονο νερό και ξεδίψασε όλο εκείνο το πλήθος που βρισκόταν κάτω από την σκέπη και την προστασία του Θεού.

   Στην διαδρομή τους όμως οι Εβραίοι είχαν και ένα άλλο πρόβλημα. Ποιός θα τους έδειχνε τον δρόμο για να φθάσουν στον προορισμό τους ; Και σε αυτό όμως βοήθησε ο Θεός. Τους έστειλε ένα σύννεφο που την ημέρα τους προστάτευε από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου και το βράδυ ήταν φωτεινό. Αυτό το φωτεινό σύννεφο η “φωτεινή νεφέλη” τους έδειχνε τον δρόμο μέχρι που φθάσανε στον προορισμό τους, στην Χαναάν.

   Αυτές και όλες τις άλλες ενέργειες του Θεού, θυμόντουσαν αυτές τις ημέρες και μένοντας μέσα στις σκηνές, Τον δοξολογούσαν και Τον ευχαριστούσαν.

   Την τελευταία μέρα αυτής της γιορτής, που ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος, παρουσιάστηκε ο Χριστός και όρθιος με δυνατή φωνή έλεγε στο πλήθος : Εάν κάποιος διψά και θέλει να ξεδιψάσει να έρχεται σε μένα. Όποιος πιστεύει σε μένα και νοιώθει ότι έχει μέσα του μια πηγή που αναβλύζει καθαρό πνευματικό νερό. Αυτά τα έλεγε περισσότερο γιατί γνώριζε ότι σε λίγο θα έστελνε στους μαθητές του και σε όσους μελλοντικά θα πίστευαν σε αυτόν ότι είναι Θεός, θα έστελνε το Πανάγιο Πνεύμα. Μας θυμίζουν τα λόγια αυτά την συνάντηση του Ιησού με την Σαμαρείτιδα στο πηγάδι του Ιακώβ. Και σε εκείνην είπε ότι όποιος πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει ποτέ, εννοώντας την Θεϊκή του διδασκαλία.

   Επίσης ο Χριστός είπε : Εγώ είμαι το φώς του κόσμου. Όποιος με ακολουθεί δεν πρόκειται να χάσει τον δρόμο που οδηγεί στην αληθινή πατρίδα. Στην άνω Ιερουσαλήμ. Στην Βασιλεία του Θεού.

   Σαν να τους έλεγε ο Χριστός ότι καλό είναι που θυμάστε τις ευεργεσίες που σας έκανε στο παρελθόν ο Θεός. Το έκανε όμως τότε για να σας προετοιμάσει να αναζητήσετε το αληθινό νερό και το αληθινό φώς, που οδηγούν όλους τους ανθρώπους στον προορισμό τους, στην επιστροφή στην όντως πατρίδα τους, στον Παράδεισο.

  Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια αγαπητοί αδελφοί. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί. Κανείς δεν μπορεί να φθάσει κοντά στον Θεό, εάν δεν έχει οδηγό του τον Χριστό. Το παράδειγμα της ζωής του Χριστού και η διδασκαλία Του, είναι το νερό που ξεδιψάει κάθε πνευματική αναζήτηση και επιθυμία του ανθρώπου. Σ΄ όποιες διδασκαλίες και αν καταφύγουμε, δεν μας αναπαύουν. Όσες γνώσεις κι αν έχεις . Όσα διπλώματα και πτυχία, αν δεν εντρυφήσεις στη διδασκαλία του Ευαγγελίου, πάντα θα νοιώθεις ότι κάτι σου λείπει.

   Υπάρχει ένα κενό μέσα  σου. Μόνο τα λόγια του Χριστού ξεδιψούν. Μόνο το φώς του Χριστού φώτιζε και καθοδηγεί. Όλα τα άλλα μοιάζουν με κεράκια που τρεμοσβήνει το φώς τους. Το φως του ήλιου τα επισκιάζει όλα. Όλα τα άστρα που φαίνονται τη νύχτα, σβήνουν και χάνονται μόλις τις πρωινές ώρες κάνει την εμφάνιση του ο βασιλιάς του ουρανού, ο ήλιος. Όλα τα κλιματιστικά και όλες οι σόμπες του κόσμου, δεν μπορούν να θερμάνουν τη γη, όσο θα την θερμάνει η μεγάλη θερμάστρα του Θεού.

  Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, έστειλαν τους ανθρώπους τους να συλλάβουν τον Χριστό, εκείνοι την ώρα. Αυτοί όμως, μόλις είδαν και άκουσαν τον Χριστό, σαγηνεύτηκαν τόσο, που δεν τόλμησαν καν να Τον ενοχλήσουν. Στη παρατήρηση των αφεντικών τους, γιατί δεν Τον συλλάβατε; Απάντησαν : “ δεν ακούσαμε ποτέ να μιλάει άνθρωπος έτσι όπως μιλούσε αυτός ο άνθρωπος” και για αυτό σηκωθήκαμε και φύγαμε.

   Ναι αγαπητοί αδελφοί ο Χριστός είναι που ξεδιψάει τους διψασμένους. Ο Χριστός είναι εκείνος που φωτίζει όσους βρίσκονται στο πνευματικό σκοτάδι. Αυτός θα μας απαντήσει. Ποιοι είμαστε. Γιατί υπάρχουμε. Πως πρέπει να ζούμε. Ποιος είναι ο προορισμός μας. Τι γίνεται με τον θάνατο και μετά τον θάνατο. Τι θα γίνει μετά τον θάνατο. Τι θα γίνει με τα την Β΄ Παρουσία. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα. Μόνο Εκείνος. Γιατί μόνος Εκείνος είναι Θεός. Εάν λοιπόν έχουμε την επιθυμία να γνωρίσουμε τις μεγάλες αλήθειες που μας αφορούν. Εάν θέλουμε να φωτιστούν όλα τα σημεία όχι μόνο της επί γης ζωής μας, αλλά και της μετά θάνατον, ας ακούσουμε εκείνον, που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, λέγοντας : « Eάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω…» και

«Εγώ ειμί το φώς του κόσμου…»

 

ΑΜΗΝ   

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 31 Μαΐου 2026




 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52



37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12


12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52


37 Κατὰ τὴν τελευταίαν δὲ καὶ ἐπισημοτέραν ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς ἔστεκεν ὄρθιος ὁ Ἰησοῦς καὶ μὲ ζωηρὰν φωνὴν εἶπεν· Ἐὰν κανεὶς αἰσθάνεται πόθον καὶ δίψαν ὄχι δι’ ἀγαθὰ ὑλικὰ καὶ φθαρτά, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην καὶ τὴν μακαριότητα τῆς θείας ζωῆς, ἂς ἔρχεται πρὸς ἐμὲ διὰ τῆς πίστεως καὶ ἂς πίνῃ ἐλεύθερα. Πλησίον μου θὰ ἰκανοποιηθοῦν ὅλοι οἱ εὐγενεῖς του πόθοι καὶ θὰ εὕρῃ ἀνάπαυσιν ἡ ψυχή του. 38 Ἀπὸ τὴν καρδίαν καὶ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς ἐκείνου, ποὺ πιστεύει εἰς ἐμέ, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τῆς Γραφῆς, θὰ τρέξουν ποταμοὶ ὕδατος, ποὺ θὰ εἶναι πάντα τρεχούμενο, διὰ νὰ ποτίζεται ὄχι μόνον ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ἔρχονται εἰς σχέσιν μὲ αὐτόν. 39 Τοὺς λόγους δὲ αὐτοὺς εἶπεν ὁ Κύριος διὰ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἔμελλον μετὰ τὴν ἀνάληψίν του εἰς τοὺς οὐρανοὺς νὰ λαμβάνουν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἐπίστευον εἰς αὐτόν. Διότι εἶχον μὲν δοθῇ προτήτερα χαρίσματα προφητικὰ καὶ θαυματουργικὰ εἰς ἄνδρας δικαίους καὶ προφήτας, ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀναγεννᾷ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μεταδίδει εἰς αὐτοὺς τὴν θείαν καὶ μακαρίαν ζωήν, δὲν εἶχε δοθῇ εἰς κανένα. Καὶ δὲν εἶχε δοθῇ ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Πνεύματος, διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχεν ἀκόμη δοξασθῆ διὰ τοῦ παθήματος καὶ τῆς ἀναλήψεώς του. 40 Πολλοὶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν λαόν, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τοὺς λόγους αὐτούς, ποὺ ἐκήρυξεν ὁ Κύριος κατὰ τὴν διαρκειαν τῆς ἑορτῆς, ἔλεγον· Πράγματι αὐτὸς εἶναι ὁ προφήτης, ποὺ μᾶς προανήγγειλεν ὁ Μωϋσῆς. 41 Ἄλλοι ἔλεγον· Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός. Ἄλλοι ἔλεγον· Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ Χριστός· διότι μήπως ἔρχεται ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν; 42 Δὲν εἶπεν ἡ Γραφή, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαβὶδ καὶ ἀπὸ τὸ χωρίον Βηθλεέμ, ὅπου ἐγεννήθη καὶ ἐμεγαλωσεν ὁ Δαβίδ; 43 Προεκλήθη λοιπὸν διαίρεσις καὶ διαφωνία μεταξὺ τοῦ λαοῦ δι’ αὐτόν. 44 Μερικοὶ δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἤθελον νὰ τὸν συλλάβουν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐτόλμησε νὰ βάλῃ ἐπάνω του τὰς χεῖρας, καθ’ ὅσον ἀόρατος δύναμις συνεκράτει καὶ παρημπόδιζεν αὐτούς. 45 Ἐπειδὴ λοιπὸν κανεὶς δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν συλλάβῃ, ἦλθαν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τοὺς Φαρισαίους οἱ ὑπηρέται, χωρὶς νὰ κάμουν τίποτε. Καὶ εἶπον εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνοι· Διατὶ δὲν τὸν ἐφέρατε, ἀφοῦ καὶ δημοσίᾳ ἐνεφανίσθη καὶ πολλοὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος μὲ δυσμένειαν τὸν ἤκουαν καὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ σᾶς βοηθήσουν διὰ νὰ μὴ σᾶς διαφύγῃ; 46 Ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Ποτὲ ἄλλοτε δὲν ἐδίδαξεν ἄλλος ἄνθρωπος μὲ τόσην σοφίαν καὶ δύναμιν καὶ χάριν, μὲ ὅσην διδάσκει ὁ ἄνθρωπος αὐτός. 47 Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστον αὐτὴν ἀπάντησιν τῶν ὑπηρετῶν ἀπεκρίθησαν πρὸς αὐτοὺς οἰ Φαρισαῖοι· Μήπως καὶ σεῖς, ποὺ εἶσθε πάντοτε πλησίον μας καὶ ἀκούετε τὴν διδασκαλίαν μας, ἔχετε πλανηθῇ ἀπὸ αὐτόν, ὅπως τὰ ἀμαθῆ πλήθη τοῦ λαοῦ; 48 Μήπως ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας, μόνους ἁρμοδίους νὰ κρίνουν ἐπὶ θρησκευτικῶν ζητημάτων, ἢ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄγρυπνοι φύλακες τῶν παραδόσεων καὶ τῆς ὀρθῆς πίστεως; 49 Κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἐπίστευσεν, ἀλλὰ μόνον ὁ ὄχλος αὐτός, ποὺ δὲν ἠξεύρει τὸν νόμον καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι καταραμένοι. 50 Λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ Νικόδημος, ἐκεῖνος ποὺ ἦλθεν εἰς τὸν Ἰησοῦν ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο ἕνας ἀπὸ αὐτούς, διότι ἦτο καὶ αὐτὸς μέλος τοῦ συνεδρίου. 51 Μήπως ὁ νόμος μας καταδικάζει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν δὲν τὸν ἀκούσῃ προτήτερα ὁ δικαστής, ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὸν νόμον καὶ μάθῃ ἀπὸ τὴν ἀπολογίαν του τί ἀξιοκατάκριτον καὶ ἀξιόποινον ἔκαμε; 52 Ἀπεκρίθησαν ἐκεῖνοι καὶ τοῦ εἶπαν· Μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν; Ἐξέτασε καὶ εὔκολα θὰ ἴδῃς καὶ θὰ πεισθῇς ἀπὸ τὰ πράγματα ὅτι προφήτης ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν δὲν ἔχει βγῇ ἕως τώρα.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12


12 Πάλιν λοιπὸν ὡμίλησε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς ὄχι μόνον τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ μὲ πλήρῃ ἐμπιστοσύνην καὶ ἐλπίδα καὶ μὲ πρόθυμον ὑπακοὴν εἰς τοὺς λόγους μου, δὲν θὰ περιπατήσῃ οὔτε θὰ εὑρεθῇ ποτὲ εἰς τὸ σκότος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ μέσα του τὸ ζωηφόρον καὶ πνευματικὸν φῶς, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν ζωήν, τὸν Θεόν.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24/05/2026

 



ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ                             24-05-2026                                                                              

 

Ένα μέρος της προσευχής  που έκανε ο Χριστός  πριν από το πάθος  Του ακούσαμε σήμερα  στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, αγαπητοί αδελφοί.

Στην προσευχή  αυτή ο Χριστός  μας, σαν Υιός του Θεού, απευθύνεται στο πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Πατέρα, και ζητάει απ’ Αυτόν, να προστατεύει τους μαθητές του και όλους τους χριστιανούς, αφού γι’ αυτούς  έρχονται δυσκολίες και διωγμοί. Στην προσευχή αυτή φαίνεται το μυστήριο της ισότητας των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Κανένα από τα τρία αυτά πρόσωπα δεν είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο από τα άλλα. Θεός ο Πατέρας. Θεός ο Υιός. Θεός και το Άγιο Πνεύμα. Αυτά ακούστηκαν από το αψευδές στόμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τις αλήθειες αυτές δεν μπορεί  να τις αμφισβητήσει κανείς.       

          Και  όμως μετά από τριακόσια χρόνια, βρέθηκαν άνθρωποι, μέσα από την εκκλησία που τόλμησαν να παρερμηνεύσουν τα λόγια του Ιησού Χριστού  και να διατυπώσουν δικές τους ερμηνείες και διδασκαλίες. Δίχασαν έτσι τους πιστούς και δημιούργησαν τεράστιο πρόβλημα που ταλάνισε την εκκλησία επί 200 και πλέον χρόνια. Πρώτος που διατύπωσε τέτοιες βλάσφημες διδασκαλίες για το πρόσωπο του Χριστού, ήταν ο Άρειος, Αρχιμανδρίτης της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Κατάφερε να πάρει με το μέρος του χιλιάδες κόσμο. Άνθρωποι, ακόμη και μέσα από τα ανάκτορα, προσχώρησαν στις αιρετικές διδασκαλίες  του και ο διχασμός προχώρησε και στις  τάξεις των πολιτικών και των στρατιωτικών αρχόντων με αποτέλεσμα να διχαστεί όλη η αυτοκρατορία. Το 325 μ.Χ. αναγκάστηκε  ο Μ. Κωνσταντίνος να συγκαλέσει την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο για να φέρει την ηρεμία στην κοινωνία. 318 Πατέρες από όλα τα μέρη της Αυτοκρατορίας συγκεντρώθηκαν στην Νίκαια. Στη Σύνοδο πρόεδρος ήταν ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Κάλεσαν και τον αιρεσιάρχη Άρειο και αυτούς που τον υποστήριζαν. Ομόφωνα όλοι οι ιεράρχες της Ορθοδοξίας αποφάσισαν ότι οι διδασκαλίες του Αρείου ήταν λανθασμένες και βλάσφημες. Εκείνος όμως επέμενε να υποστηρίζει τις αιρετικές του δοξασίες.

          Εδώ γεννάται το ερώτημα: Πάνω σε ποια βάση θα στήριζαν τις αποφάσεις τους οι θεοφόροι πατέρες; Μα που αλλού, πάνω στα λόγια του Ιησού Χριστού. Αυτός μόνον είναι ο αλάνθαστος, αφού είναι Θεός. Όλη την Αγία Γραφή χρησιμοποίησαν οι 318 πατέρες, αλλά και την προσευχή που απηύθυνε ο Χριστός προς τον Θεόν Πατέρα τις τελευταίες ημέρες της επί γης ζωής Του.

          Σήμερα, αγαπητοί αδελφοί, γιορτάζουμε ακριβώς αυτούς τους θεοφόρους Πατέρες της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας όρισε να διαβάζεται σαν Ευαγγελικό ανάγνωσμα, ένα μέρος αυτής της προσευχής του Κυρίου στην οποία φαίνεται, πως ο Θεός Πατέρας και ο Θεός Υιός είναι ίσοι από την ίδια ουσία. Αυτή η προσευχή δείχνει καθαρά πόσο λανθασμένη ήταν η διδασκαλία του Αρείου. Παρ’ όλα αυτά το πείσμα του και ο εγωισμός του, δεν τον άφηνε να ταπεινωθεί και να αποδεχθεί το λάθος του. 318 φωτισμένοι άνθρωποι. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν ήδη άγιοι, αφού έφεραν στο σώμα τους τα σημάδια από τα μαρτύρια που υπέφεραν για την αγάπη και την πίστη του Χριστού. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που σταμάτησαν οι φοβεροί διωγμοί εναντίον των Χριστιανών. Γι’ αυτό ακόμα ζούσαν και ήταν μέσα στη Σύνοδο, Πατέρες που τους έλειπαν τα μάτια, τα χέρια. Έφεραν στο σώμα τους τις πληγές που τους είχαν προκαλέσει οι ειδωλολάτρες. Πολλούς απ’ αυτούς τους πλησίασε ο Αυτοκράτορας ο Μ. Κωνσταντίνος και προσκυνούσε τις πληγές τους.

          Μόνο ο αιρεσιάρχης Άρειος, δεν συγκινούνταν απ’ αυτά που έβλεπε και άκουγε. Ούτε το θαύμα που έκανε ο Άγιος Σπυρίδωνας με το κεραμίδι τον άγγιξε. Το πείσμα του, πείσμα. Μεταμορφωμένος διάβολος σε αρχιμανδρίτη, μπήκε στην Εκκλησία για να σκορπίσει στις ψυχές των πιστών την αμφιβολία. Και την απιστία, σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού. Στο πρόσωπο του έβρισκαν εφαρμογή αυτά που ακούσαμε σήμερα στο Αποστολικό ανάγνωσμα. Ο Απ. Παύλος στους πρεσβυτέρους και επισκόπους της Εκκλησίας της Μ. Ασίας προφήτευσε ότι άγριοι λύκοι θα μπουν στα πνευματικά τους κοπάδια και θα αρπάζουν και θα κατασπαράζουν τα πρόβατα τους. Τους Χριστιανούς.

          Και όλα αυτά γιατί τα έκανε ο Άρειος αγαπητοί αδελφοί; Γιατί είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ότι αυτός και μόνον αυτός μπορούσε να ερμηνεύσει σωστά την Αγία Γραφή. Είχε την εντύπωση πως όλοι οι άλλοι Άγιοι πατέρες ήταν απλοί και ολιγογράμματοι άνθρωποι. Ενώ αυτός ήταν μορφωμένος. Με τον διάβολο βοηθό, κατάφερνε να ξεσηκώσει τους πιστούς εναντίον των θεοφώτιστων αγίων πατέρων και να τους παρασύρει μαζί του στην απώλεια, στον πνευματικό θάνατο.

          Βέβαια ο Θεός δεν άφησε απροστάτευτη την Ορθόδοξη Εκκλησία Του. Φώτιζε άλλους αγίους και τον αποστόμωνε. Το τελευταίο πνευματικό χτύπημα του το έδωσε ένας διάκονος. Ο Αθανάσιος ο μετέπειτα Μέγας Αθανάσιος. Με μια φωτισμένη πρόταση του μέσα στη σύνοδο, κατέρριψε όλη την αιρετική διδασκαλία του Αρείου. Όμως, δυστυχώς, πολλές χιλιάδες ψυχές χάθηκαν, παρασυρμένες από την επάρατη αίρεση του Αρείου. Μπορεί η Εκκλησία μέσα στους αιώνες να απέδειξε αγαπητοί αδελφοί, ότι δεν φοβάται κανέναν όσο δυνατός και αν φαίνεται, αλλά κάθε φορά που εμφανίζονταν κάποιοι αιρετικοί, παρέσυραν στην απώλεια χιλιάδες ψυχές. Η ορθόδοξη Εκκλησία, σαν Εκκλησία του Χριστού  κρατάει ανόθευτη την αλήθεια της πίστεως, αλλά οι χριστιανοί σαν μεμονωμένες ψυχές χάνονται. Οι Χριστός μάς λέει ότι η εκκλησία είναι ένα πλοίο που ταξιδεύει συνεχώς σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. «Κλυδωνίζεται αλλά δεν καταποντίζεται». Όμως τις ώρες του κλυδωνισμού ορισμένοι πιστοί πέφτουν στην θάλασσά και πνίγονται.

          Και σήμερα και πάντοτε αγαπητοί υπάρχουν αυτοί που δημιουργούν προβλήματα στην Εκκλησία. Πάμπολλες αιρέσεις την κλυδωνίζουν. Χρειάζεται πολλή προσοχή. Επίσημα και ανεπίσημα. Φανερά και κρυφά, δουλεύει ο δόλιος εχθρός μας ο διάβολος. Πίσω από τους αιρετικούς, τους Προτεστάντες, τους Χιλιαστές, τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους Ευαγγελιστές και ένα σωρό άλλες αιρέσεις, κρύβεται ο διάβολος. Σαν την Σκύλα και την Χάρυβδη της μυθολογίας, απλώνει τα πλοκάμια του και αρπάζει μέσα από το πλοίο της Εκκλησίας τους απρόσεχτους και χλιαρούς Χριστιανούς. Δεν μπορεί να βουλιάξει το πλοίο γιατί έχει στο τιμόνι του τον Χριστό, αλλά την ζημιά του την κάνει. Αργά αλλά σταθερά, αποδεκατίζει τους επιβάτες, τους Χριστιανούς.

          Οι αιρετικοί είναι λύκοι που αρπάζουν τα πρόβατα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος. Είναι τα λυσσασμένα λιοντάρια όπως αναφέρει το Ευαγγέλιο, που έχουν ολάνοιχτα τα στόματά τους και επιδιώκουν να κατασπαράξουν τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Ας προσέξουμε αγαπητοί. Οι αλήθειες για την πίστη μας ήλθαν ως εμάς ανόθευτες. Ο Χριστός, οι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες, μας τις παρέδωσαν ολόλαμπρες και καθαρές. Δεν έχουμε ανάγκη και από άλλες διδασκαλίες.

          Ένας γεροντάκος στο αγρόκτημα του, γέμιζε ένα βαρέλι νερό με το λάστιχο. Είχε ξεχειλίσει το βαρέλι, όταν έφτασαν εκεί 3 παλικάρια αιρετικοί και του είπαν. Παππού θέλουμε κάτι να σου πούμε, κάτι για τη θρησκεία. Ο γεροντάκος δεν τους απάντησε αμέσως. Στην επιμονή τους, τους είπε: Βλέπετε αυτό το βαρέλι πόσο γεμάτο είναι, δεν χωράει ούτε μια σταγόνα παραπάνω. Τόσο γεμάτη είναι η ψυχή μου από την Ορθοδοξία μου, δεν χωράει ούτε μια κουβέντα παραπάνω. Οι αιρετικοί κατάλαβαν και έφυγαν.

          Τόσο πολύ μας έχει τροφοδοτήσει η Εκκλησία μας με τη Χριστιανική διδασκαλία της, που δεν έχουμε ανάγκη από κανέναν αιρετικό, να μας διδάξει την λαθεμένη διδασκαλία του.

 

Αμήν.

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 24 Μαΐου 2026

 



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13



1 Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13


1 Αὐτὰ ὡμίλησεν ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητάς του. Καὶ ἔπειτα ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, τὴν ὁποίαν ἡ σοφία σου ὥρισε διὰ νὰ πάθω καὶ θυσιασθῶ κατ’ αὐτήν. Δέχθητι τὴν θυσίαν τοῦ παθήματός μου καὶ δόξασε τὸν Υἱόν σου καὶ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν αὐτοῦ, διὰ νὰ σὲ δοξάσῃ καὶ ὁ Υἱός σου διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας διὰ τῆς θυσίας του ταύτης καὶ τῆς μετ’ αὐτῆς αἰωνίας ἀρχιερατικῆς μεσιτείας του. 2 Δόξασε τὸν Υἱόν σου σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν, ποὺ τοῦ ἔδωκες ἐπὶ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, διὰ νὰ δώσῃ ὡς αἰώνιος ἀρχιερεὺς εἰς τὰ δεξιά σου καθήμενος εἰς ὅλον τὸ πλῆθος ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἔδωκες, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ζωὴν αἰώνιον. 3 Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τὸ νὰ προάγωνται συνεχῶς διὰ τῆς ζώσης ἐπικοινωνίας μετὰ σοῦ καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἀπείρων τελειοτήτων σου εἰς τὴν γνῶσιν Σοῦ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον. 4 Ἐγὼ ἐγνωστοποίησα τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπήκουσα τελείως εἰς τὸ θέλημά σου, ἔτσι δὲ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ διὰ τῆς θυσίας μου, τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρω μετ’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ἔφερα εἰς τέλειον πέρας τὸ ἔργον, ποὺ μοῦ ἔδωκες διὰ νὰ ἐπιτελέσω. 5 Καὶ τώρα, ὅτε ἡ ἐπὶ γῆς ἀποστολή μου ἦλθεν εἰς πέρας, ἀνάδειξόν με διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεώς μου αἰώνιον ἀρχιερέα καὶ δόξασέ με καὶ ὡς ἄνθρωπον σύ, Πάτερ, πλησίον σου, μὲ τὴν δόξαν τὴν ὁποίαν εἶχον κοντά σου, προτοῦ νὰ δημιουργηθῇ ὁ κόσμος. 6 Ἐφανέρωσα τὸ ὄνομά σου καὶ ἔκαμα γνωστὰς τὰς ἀπείρους τελειότητάς σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἀπέσπασες ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ κόσμου καὶ τοὺς ἔδωκες εἰς ἐμέ. Ἡ πρόθεσίς των ἦτο ἀγαθὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἦσαν ἰδικοί σου. Καὶ σὺ ἔδωκες αὐτοὺς εἰς ἐμέ, καὶ ἐτήρησαν τὸν λόγον σου, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλυψα εἰς αὐτούς. 7 Τώρα ἔμαθαν τελειότερον καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ διδασκαλία μου καὶ τὰ ἔργα μου καὶ ὅλα ἐν γένει ὅσα μοῦ ἔδωκες, προέρχονται ἀπὸ σέ. 8 Ἀπόδειξις δὲ τοῦ ὅτι ἔλαβαν τὴν πληροφορίαν καὶ γνῶσιν αὐτήν, εἶναι τὸ ὅτι παρέδωκα μὲ τὴν διδασκαλίαν μου εἰς αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες διὰ νὰ ἀποκαλύψω εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτοὶ τοὺς παρέλαβον καὶ τοὺς ἀπεδέχθησαν. Καὶ ἐσχημάτισαν ἐν ἀληθείᾳ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐγεννήθην καὶ ἐβγῆκα ἀπὸ τοὺς κόλπους σου καὶ ἐπίστευσαν, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον. 9 Ἐγώ, ποὺ τόσον εἰργάσθην διὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσω εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτὴν γνῶσιν καὶ πίστιν, σὲ παρακαλῶ ὡς μέγας ἀρχιερεὺς καὶ μεσίτης δι’ αὐτούς· δὲν σὲ παρακαλῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν διὰ τὸν κόσμον τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες, διότι μολονότι μοῦ τοὺς ἔδωκες, δὲν παύουν νὰ εἶναι ἰδικοί σου. 10 Καὶ ὅλα ὅσα ἀνήκουν εἰς ἐμέ, εἰναι ἰδικά σου, καθὼς καὶ τὰ ἰδικά σου εἶναι ἰδικά μου. Καὶ αὐτοὶ λοιπὸν ἰδικοί σου ἦσαν καὶ ἔγιναν ἰδικοί μου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἰδικοί μου ἑξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἰδικοί σου. Καὶ ἔχω δοξασθῇ δι’ αὐτῶν, διότι ἀνεγνώρισαν τὴν θείαν μου φύσιν καὶ ἐπίστευσαν εἰς ἐμέ. 11 Καὶ δὲν θὰ εἶμαι πλέον ὅπως μέχρι τοῦδε ἐν τῷ κόσμῳ διὰ τῆς σωματικῆς μου παρουσίας, διὰ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνω καὶ ἐνισχύω δι’ αὐτῆς. Αὐτοὶ ὅμως θὰ εἶναι ἐν τῷ κόσμῳ, διότι δὲν ἐπετέλεσαν ἀκόμη τὴν ἀποστολήν των. Καὶ ἐγὼ ἔρχομαι πρὸς σέ. Πάτερ ἅγιε, φύλαξέ τους διὰ τῆς πατρικῆς προστασίας καὶ δυνάμεώς σου, τὴν ὁποίαν ἔδωκες καὶ εἰς ἐμέ, ὥστε νὰ παραμείνουν ἐνωμένοι μετ’ ἐμοῦ καὶ μεταξύ των καὶ νὰ εἶναι διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμοφροσύνης ἕνα ἠθικὸν σῶμα, ὅπως εἴμεθα ἕνα ἡμεῖς, ποὺ ἔχομεν τὴν αὐτὴν οὐσίαν καὶ φύσιν. 12 Ὅταν ἤμουν μαζί τους εἰς τὸν κόσμον, ἐγὼ ἐφύλαττα αὐτοὺς διὰ τῆς πατρικῆς καὶ ἰσχυρᾶς προστασίας σου. Αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωκες, τοὺς ἐφύλαξα καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἐχάθη παρὰ μόνον ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ προδότης Ἰούδας, ὁ ὁποῖος ἐχάθη διὰ νὰ πληρωθοῦν καὶ ἐπαληθεύσουν αἱ προφητεῖαι τῆς Γραφῆς. 13 Τώρα ὅμως ἔρχομαι πρὸς σέ. Καὶ μὲ φωνὴν ἀκουομένην καὶ ἀπὸ αὐτοὺς λέγω ταῦτα, ἐνῷ εὑρίσκομαι ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, ὥστε μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι σὺ πλέον θὰ προστατεύῃς αὐτοὺς νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ μέσα τους τελείαν τὴν χαράν, ποὺ αἰσθάνομαι τώρα καὶ ἐγώ, διότι ἐπανέρχομαι πλησίον σου.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17/05/2026 - ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ                                    17-05-2026

 

«Πιστεύω, Κύριε∙ και προσεκύνησεν αυτώ.»

 

          Για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε χωρίς μάτια, μας μιλάει το σημερινό ευαγγέλιο αγαπητοί αδελφοί. Για έναν εκ γενετής τυφλό.

          Ο άνθρωπος αυτός ήταν και άτυχος και τυχερός. Άτυχος γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να απολαμβάνει τις ομορφιές της φύσεως, όπως όλοι οι άνθρωποι, τυχερός όμως γιατί από εκείνον τον δρόμο που καθόταν και ζητιάνευε, πέρασε ο Χριστός. Πάνω σ’ αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός έκανε ένα θαύμα πολύ διαφορετικό από τα άλλα. Ένα θαύμα που δείχνει ότι ο Χριστός είναι αυτός που δημιούργησε από το μηδέν, όλον τον κόσμο. Ο τυφλός αυτός δεν είχε ποτέ μάτια. Χρειάστηκε να του δημιουργήσει ο Χριστός μάτια. Όχι να του θεραπεύσει τα άρρωστα μάτια, όπως έκανε σε άλλη περίπτωση. Και μάλιστα χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο που χρησιμοποίησε όταν δημιούργησε τον Αδάμ. Πήρε χώμα, το ανακάτεψε με το σάλιο Του, έφτιαξε πηλό και τον έβαλε στις άδειες κόγχες, στα βαθουλώματα του προσώπου του και του είπε να πάει να πλυθεί στη δεξαμενή του Σιλωάμ. Και όντως δημιουργήθηκαν μάτια από το τίποτα. Αναπαράσταση της Δημιουργίας.

          Για τον άνθρωπο όμως αυτόν, από δω και στο εξής δημιουργήθηκαν προβλήματα. Άλλοι τον αναγνώριζαν, άλλοι δεν τον αναγνώριζαν ότι είναι ο τυφλός ζητιάνος. Χρειάστηκε να έλθουν οι γονείς του για να επιβεβαιώσουν ότι αυτό είναι όντως το τυφλό παιδί τους.

          Το θέμα έφτασε στο συνέδριο των Φαρισαίων. Αυτοί εκ των προτέρων απέρριπταν το θαύμα. Πολύ δε περισσότερο αφού έγινε ημέρα Σάββατο. Προσπάθησαν να πείσουν ακόμη κι αυτόν τον πρώην τυφλό ότι ο Χριστός είναι αμαρτωλός, αφού καταλύει την αργία του Σαββάτου. Στην επιμονή του τυφλού, ότι οπωσδήποτε ο Ιησούς που του χάρισε μάτια είναι άνθρωπος του Θεού, οι Φαρισαίοι τον πέταξαν έξω βρίζοντάς τον. Ήταν τόσος ο φόβος που έσπειραν οι Φαρισαίοι, ώστε και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού, δεν τόλμησαν να πουν καλό λόγο για τον Χριστό, γιατί θα τους αφόριζαν.

          Μετά από αυτά, ο Χριστός φρόντισε να συναντήσει τον τυφλό και να τον ενθαρρύνει. Του αποκαλύφθηκε ότι αυτός τον θεράπευσε κι ο τυφλός γεμάτος ευγνωμοσύνη έπεσε και τον προσκύνησε ομολογώντας την πίστη του σ’ Αυτόν. Σημειώνει ο Ευαγγελιστής την αντίδραση του θεραπευμένου τυφλού, όταν του είπε ο Κύριος, ότι εγώ είμαι ο Υιός του Θεού, εγώ που σου μιλώ τώρα και με βλέπεις με τα μάτια που σου δημιούργησα. Και ο τυφλός: «Πιστεύω, Κύριε∙ και προσεκύνησεν αυτώ.»

          Αξίζει, αγαπητοί αδελφοί, να προσέξει και να εξάρει κανείς, το θάρρος αυτού του ανθρώπου. Χαρακτηρίζεται ως ο πρώτος ομολογητής της πίστεως. Κλήθηκε να ομολογήσει ότι ο Χριστός που του χάρισε το φως του είναι ο Υιός του Θεού. Οι άρχοντες του λαού είχαν δώσει διαταγή, κανείς να μην τολμήσει να πει ότι είναι άνθρωπος του Θεού. Βλάσφημο τον ανέβαζαν, αμαρτωλό τον κατέβαζαν. Όποιος τολμούσε να μιλάει με καλά λόγια για τον Ιησού από την Ναζαρέτ, τον έκαναν αποσυνάγωγο. Τον αφόριζαν. Διά τον φόβο των Ιουδαίων, ούτε οι γονείς του τόλμησαν να πουν ότι ο Χριστός τον έκανε καλά. Ρωτήστε τον ίδιο, είπαν στο συνέδριο. Ομολογούμε ότι είναι το παιδί μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός, αλλά πώς έγινε καλά δεν γνωρίζουμε.

Εγκαταλελειμμένος και από τους γονείς του, απομακρυσμένος από όλους, διωγμένος από τους Φαρισαίους, ο τυφλός καλείται να ομολογήσει ότι ο Χριστός είναι Θεός, αφού του δημιούργησε μάτια. Και όμως δεν δίστασε. Ναι, ο Χριστός είναι από τον Θεό, ομολογούσε μέσα στο συνέδριο. Όσα σαθρά επιχειρήματα κι αν του αντέτειναν, εκείνος φώναζε: Ναι, ο Χριστός είναι Προφήτης σταλμένος από τον Θεό. Και πώς τον έδιωξαν από το συνέδριο; Τι μ’ αυτό; Γι’ αυτόν ο Χριστός είναι Θεός. Και το αποκορύφωμα μπροστά στον Χριστό: «Πιστεύω, Κύριε∙ και προσεκύνησεν αυτώ.»

          Φωτεινό παράδειγμα για όλους μας ο τυφλός του σημερινού ευαγγελίου, αγαπητοί αδελφοί. Όπως ο Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», έτσι κι ο πόλεμος εναντίον του και εναντίον όλων εκείνων που τολμούν να τον αγαπούν και να τον πιστεύουν είναι διαχρονικός. Εξ’ άλλου κι ο ίδιος μας το είπε: «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Το ερώτημα απευθύνεται στον καθένα μας προσωπικά. Εμείς τι θα κάνουμε; Θα υπερασπιζόμαστε την πίστη μας και την αγάπη μας στον Χριστό, σ’ όλη μας τη ζωή; Οι πολέμιοι οι ίδιοι. Οι άπιστοι. Οι κατέχοντες την εξουσία. Το κοινωνικό και επαγγελματικό μας περιβάλλον. Πολλές φορές όμως έρχεται ο πόλεμος πιο κοντά μας. Στο οικογενειακό μας περιβάλλον. Πόσα παιδιά δεν ειρωνεύονται τους ηλικιωμένους γονείς τους που τολμούν να εκκλησιάζονται και να κοινωνούν τακτικά; Ο παππούς και η γιαγιά που κρατάνε τις χριστιανικές παραδόσεις είναι καθυστερημένοι. Είναι του παλιού καιρού. Αυτός που τολμάει να εξομολογηθεί, θα ακούσει το ειρωνικό: «Πού ζεις καημένε;». Αν τολμήσεις και χαιρετήσεις με το «Χριστός Ανέστη» τις ημέρες του Πάσχα, σε κοιτάζουν παράξενα και σε χαρακτηρίζουν σαν οπισθοδρομικό. Επιτρέπεται στον 21ο αιώνα να εκκλησιάζεσαι; Πόσο πίσω είσαι και κάνεις τον σταυρό σου όταν περνάς έξω από την εκκλησία, ή όταν κάθεσαι στο τραπέζι; Είναι γνώρισμα σύγχρονου ανθρώπου, να προσεύχεται και να επικαλείται στη ζωή του, την βοήθεια του Θεού και την προστασία της Παναγίας; Ακόμα δεν έβγαλες από το λεξιλόγιο σου τις φράσεις: «Δόξα τω Θεώ» και «Πρώτα ο Θεός»; Μα πού ζεις; Ο άνθρωπος έφτασε στο φεγγάρι και φιλοδοξεί να χτίσει πολυκατοικίες στα άστρα και εσύ ακόμα διαβάζεις την Αγία Γραφή;

Αυτά είναι λίγα από τα πολλά που ακούει καθημερινά ο Χριστιανός που έχει φλόγα μέσα του για την αγάπη του Χριστού. Λέγονται κι άλλα πιο βαριά και βλάσφημα για τον Χριστό, για την Παναγία, για τους Αγίους, που δεν μπορούμε να λερώνουμε το στόμα μας επαναλαμβάνοντάς τα. Τέτοια άπρεπα και προσβλητικά, άκουγε κι ο τυφλός μας, μέσα στο συνέδριο και έξω απ’ αυτό για τον Χριστό. Αλλά δεν ίδρωνε το αυτί του. Εκείνος ζούσε την χαρά του. Ο Χριστός μου χάρισε μάτια. Ο Χριστός είναι Θεός. Όσο κι αν φωνάζετε εσείς Φαρισαίοι, όσο κι αν ωρύεστε ο Χριστός είναι Θεός. Και δεν έχει ανάγκη από σας να το ομολογήσετε. Ο ήλιος είναι ήλιος, όσο κι αν τον πετροβολάτε, οι πέτρες γυρνάνε στο κεφάλι σας. Όσο κι αν τον φτύνετε, το πρόσωπό σας φτύνετε.

Τον έδιωξαν. Και λοιπόν; Ο Χριστός τον περίμενε. Τον περιφρόνησαν. Τον έκαναν αποσυνάγωγο. Δεν θα μπορούσε να πηγαίνει στη Συναγωγή τους. Και τι μ’ αυτό; Λίγο πιο κάτω τον περίμενε ο Χριστός. Τον αναζήτησε και τον βρήκε. «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» τον ρώτησε. «Πιστεύω, Κύριε», απάντησε και «προσεκύνησεν αυτώ». Αντάλλαξε την συναγωγή με το γονάτισμα στα πόδια του Χριστού!

Τι κι αν σε καταπολεμούν οι άνθρωποι, αδελφέ μου. Τι κι αν σε περιφρονούν; Τι κι αν αρνούνται να σε έχουν στην παρέα τους; Πιστεύεις στον Χριστό; Αγαπάς τον Χριστό; Όλα τα άλλα είναι μικρά μπροστά στον Χριστό. Θα σου πει ο Απόστολος Παύλος: Όλα τα ανθρώπινα συγκρινόμενα με τη ζεστασιά που απορρέει από την αγάπη του Χριστού, είναι «σκύβαλα». Όταν φωλιάσει στην καρδιά μας η πίστη και η αγάπη του Χριστού, δεν λογαριάζουμε τι λένε οι άνθρωποι. Δεν φοβόμαστε τις απειλές τους. Δεν μετράει για μας η γνώμη τους. Όσο μας αποφεύγουν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερο πηγαίνουμε κοντά στον αγαπημένο μας Χριστό. Η κάθε ημέρα μας είναι κι ένα βήμα προς τον Χριστό. Συνέχεια θυμόμαστε τον τυφλό του ευαγγελίου και με ευλάβεια τον προσκυνούμε. Με όλη μας την καρδιά επαναλαμβάνουμε τα λόγια του τυφλού «Πιστεύω, Κύριε» ότι είσαι ο μόνος αληθινός Θεός. Ο Σωτήρας μου κι ο Σωτήρας όλου του κόσμου.

Αμήν.

Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026




 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 - 38



1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Θ´ 1 - 38


1 Καὶ ἐνῷ διέβαινεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ μέσον τῆς πόλεως, εἶδεν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθῇ τυφλός. 2 Καὶ τὸν ἡρώτησαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, ποῖος ἡμάρτησε, διὰ νὰ γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τυφλός; Ἡμάρτησεν αὐτός, ὅταν ἦτο άκόμη μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του, ἢ ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἐκείνων τιμωρεῖται αὐτός; 3 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· οὔτε αὐτὸς ἡμάρτησεν, οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τυφλός, διὰ νὰ φανερωθοῦν διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς θεραπείας τῶν ὀφθαλμῶν του τὰ ἔργα, ποὺ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ ἐργάζεται. 4 Ἐγὼ πρέπει νὰ ἐργάζωμαι τὰ πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ἐφ’ ὅσον ζῶ εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Ἔρχεται ὁ μέλλων βίος, ὁπότε, ὅπως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς καταπαύουν τὰ ἔργα των οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ τότε κανεὶς πλέον δὲν θὰ δύναται νὰ ἐργάζεται πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Δὲν πρέπει λοιπὸν οὔτε στιγμὴν νὰ χάνω. 5 Ἐφ’ ὅσον εἶμαι εἰς τὸν κόσμον, μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὰ θαύματά μου εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου. 6 Ὅταν δὲ εἶπεν αὐτά, ἔπτυσε χάμω καὶ ἔκαμε πηλὸν καὶ ἔχρισε μὲ αὐτὸν τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. 7 Καὶ δοκιμάζων τὴν πίστιν τοῦ τυφλοῦ, εἶπεν εἰς αὐτόν· Πήγαινε, νίψου εἰς τὴν στέρναν τοῦ Σιλωάμ (ὄνομα ἑβραϊκὸν ποὺ μεταφράζεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἀπεσταλμένος). Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν παραγγελίαν αὐτὴν τοῦ Ἰησοῦ ἐπῆγεν ὁ τυφλὸς ἐκεῖ καὶ ἐνίφθη, καὶ ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι του μὲ μάτια ὑγιῆ. 8 Οἱ γείτονες λοιπὸν καὶ ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προτήτερα, ὅτι ἦτο τυφλός, ἔλεγαν· Δὲν εἶναι αὐτός, ποὺ ἐκάθητο καὶ ἐζήτει ἀπὸ τοὺς διαβάτας ἐλεημοσύνην; 9 Ἄλλοι ἔλεγαν, ὅτι αὐτὸς εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δὲν εἶναι αὐτός, ἄλλα κάποιος ἄλλος, ὅμοιος πρὸς αὐτόν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ τυφλός, ποὺ προτήτερα ἐζήτουν ἐλεημοσύνην. 10 Κατόπιν λοιπὸν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς τοῦ τυφλοῦ, τοῦ ἔλεγαν ἐκεῖνοι· Πῶς ἐθεραπεύθησαν τὰ μάτια σου; 11 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ὀνομάζεται Ἰησοῦς, ἔκαμε πηλόν, καὶ μοῦ ἄλειψε μὲ αὐτὸν τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε· Πήγαινε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου. Ἀφοῦ δὲ ἐπῆγα ἐκεῖ καὶ ἐνίφθην, ἀπέκτησα τὸ φῶς μου. 12 Κατόπιν λοιπὸν τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ θεραπευθέντος τυφλοῦ, τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι· Ποὺ εἶναι ἐκεῖνος; Ἀπεκρίθη αὐτός· δὲν ἠξεύρω. 13 Ὠδήγησαν τότε πρὸς τοὺς Φαρισαίους αὐτόν, ποὺ ἄλλοτε ἦτο τυφλὸς καὶ ἤδη εἶχε θεραπευθῆ ὁριστικῶς. 14 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔκαμε τὸν πηλὸν καὶ ἤνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, ἦτο ἡμέρα Σαββάτου. 15 Ὅταν λοιπὸν τὸν ὠδήγησαν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τὸν ἐξήταζαν καὶ τὸν ἡρώτων αὐτοὶ πάλιν, πῶς ἐθεραπεύθη καὶ ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπεν· Αὐτὸς ποὺ μὲ ἐθεράπευσε, μοῦ ἔβαλε πηλὸν ἐπάνω εἰς τὰ μάτια μου καὶ κατόπιν αὐτοῦ ἐγὼ ἐνίφθην καὶ βλέπω. 16 Ἔλεγον λοιπὸν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους· Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει σταλῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι δὲν φυλάττει τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάμνῃ τέτοια ἀποδεικτικὰ καὶ σημαδιακὰ θαύματα; Καὶ διεφώνουν μεταξύ των. 17 Καὶ ἐπειδὴ ἡ διαφωνία των παρετείνετο, ἤρχισαν πάλιν νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλὸν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Σὺ τί λέγεις διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Ἀξίζει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἰδική σου γνώμη, διότι τὰ ἰδικά σου μάτια ἐθεράπευσεν ἐκεῖνος καὶ σὺ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον γνωρίζεις τὰ περιστατικὰ τῆς θεραπείας σου. Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπεν· Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι προφήτης. 18 Κατόπιν λοιπὸν ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν, ποὺ ἔκαμεν ὁ θεραπευθεῖς τυφλὸς διὰ τὸν Ἰησοῦν, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δυσηρεστήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἐκεῖνοι δὲν ἐπίστευσαν δι’ αὐτόν, ὅτι ἦτο τυφλὸς καὶ ἀπέκτησε πραγματικὰ τὸ φῶς του, ἕως ὅτου ἀπεφάσισαν καὶ ἐφώναξαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, ποὺ ἀνέβλεψε. 19 Καὶ τοὺς ἠρώτησαν καὶ εἶπαν· Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός σας, διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπιμένετε νὰ βεβαιώνετε, ὅτι ἐγεννήθη τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ ἐγεννήθη τυφλός, βλέπει τώρα; 20 Ἀπεκρίθησαν δὲ εἰς αὐτοὺς οἱ γονεῖς του καὶ εἶπαν· Γνωρίζομεν καλά, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας καὶ ὅτι ἐγεννήθη τυφλός. 21 Πῶς ὅμως βλέπει τώρα, δὲν ἠξεύρομεν· ἢ ποῖος τοῦ ἐθεράπευσε καὶ τοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια, ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν. Αὐτὸς ἔχει ἡλικίαν, καὶ συνεπῶς ἀντελήφθη, πῶς καὶ ἀπὸ ποῖον ἔγινεν ἡ θεραπεία του· αὐτὸν λοιπὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς θὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ τί τοῦ συνέβη. 22 Ὡμίλησαν δὲ οὕτω πως οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο τοὺς προκρίτους Ἰουδαίους· διότι εἶχαν πρὸ πολλοῦ συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἀποκηρυχθῇ καὶ ἀποδιωχθῇ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ὅποιος θὰ ὡμολόγει αὐτὸν ὅτι εἶναι ὁ Χριστός. 23 Ἐξ αἰτίας λοιπὸν τοῦ φόβου των, μήπως ἀποδιωχθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, εἶπαν οἱ γονεῖς του, ὅτι ἔχει ὥριμον ἡλικίαν ὁ υἱός μας, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ πληροφορηθοῦν τίποτε πρὸς διάψευσιν τῆς θεραπείας του ἢ πρὸς κατάκρισιν τοῦ Ἰησοῦ, ἐφώναξαν οἱ Ἰουδαῖοι διὰ δευτέραν φορὰν τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἦτο τυφλός, καὶ τοῦ εἶπαν· Δόξασε τὸν Θεόν, ὁμολογῶν ὅτι ἐπλανήθης καὶ ἀναγνωρίζων τὴν ἀλήθειαν περὶ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος σὲ ἐθεράπευσε· ἡμεῖς λόγῳ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματός μας εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρωμεν καλά, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ καταλύει τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου, εἶναι ἁμαρτωλός. 25 Ἀπεκρίθη λοιπὸν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ἠξεύρω, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποφεύγω νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ αὐτοῦ· ἠξεύρω ὅμως καλὰ ἕνα γεγονός, ὅτι δηλαδὴ ἐνῷ προτήτερα ἦμουν τυφλός, τώρα βλέπω. 26 Ἐπειδὴ δὲ ἡ νέα αὐτὴ βεβαίωσις τοῦ θεραπευθέντος τυφλοῦ δεν τοὺς ἔκαμε καλὴν ἐντύπωσιν, εἶπον πάλιν εἰς αὐτόν· Τί σοῦ ἔκαμε; Πῶς σὲ ἐθεράπευσε καὶ πῶς σου ἄνοιξε τὰ μάτια; 27 Ἀπεκρίθη εἰς αὐτούς· Μόλις πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπα καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ προσέξετε καὶ νὰ παραδεχθῆτε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Διατὶ τώρα θέλετε νὰ ἀκούσετε πάλιν τὰ ἴδια; Μήπως καὶ σεῖς θέλετε νὰ γίνετε μαθηταί του; 28 Τοῦ ὡμίλησαν τότε ὑβριστικῶς καὶ περιφρονητικῶς καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ εἶσαι μαθητῆς ἐκείνου· ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα τοῦ Μωϋσέως μαθηταί. 29 Ἡμεῖς ποὺ εἴμεθα σπουδασμένοι καὶ ἀνεγνωρισμένοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ἠξεύρομεν, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ὁμιλήσει εἰς τὸν Μωϋσην καὶ εἰς κανένα ἄλλον· αὐτὸς μᾶς εἶναι ἄγνωστος καὶ δὲν ἠξεύρομεν ἀπὸ ποὺ εἶναι καὶ ἀπὸ ποὺ ἐστάλῃ. 30 Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπεν· Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκαλεῖ θαυμασμὸν καὶ ἔκπληξιν, ὅτι δηλαδὴ σεῖς δὲν ξεύρετε τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ἐὰν ἔχῃ σταλῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ ποὺ εἶναι· καὶ ὅμως ἄγνωστος αὐτὸς εἰς σᾶς μοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια. 31 Εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ τὸ ἠξεύρομεν ὅλοι, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς σέβεται τὸν Θεὸν καὶ ἐκτελῇ τὸ θέλημά του, τοῦτον ὁ Θεὸς ἀκούει. 32 Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει κόσμος, δὲν ἠκούσθῃ ποτέ, ὅτι ἐθεράπευσε κάποιος μάτια ἀνθρώπου, ποὺ νὰ ἔχῃ γεννηθῇ τυφλός. Πρώτην φορὰν συνετελέσθῃ ἕνα τέτοιο θαῦμα, καὶ αὐτός, ποὺ τὸ ἔκαμε, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποστολὴν θείαν. 33 Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦτο ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτε, οὔτε παραμικρόν τι θαῦμα. 34 Ἀπεκρίθησαν ἐκεῖνοι καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ ἐγεννήθης βουτηγμένος ὁλόκληρος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν τύφλωσιν, ποὺ ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός σου εἶχες. Καὶ σὺ ὁ ἄθλιος καὶ ἁμαρτωλὸς διδάσκεις ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα οἱ περισσότερον σπουδασμένοι ὅλου τοῦ ἔθνους; Καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν τόπον, ποὺ συνεδρίαζαν, μὲ τὴν διάθεσιν νὰ τὸν ἀποκόψουν καὶ ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν τῆς θρησκευτικῆς λατρείας. 35 Ἤκουσεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὸν ἔβγαλαν ἔξω διὰ τὴν παρρησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν διεκήρυττε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀφοῦ τὸν ηὗρε, τοῦ εἶπε· Σὺ, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ἀπίστους Ἰουδαίους, πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ ποῖος εἶναι, Κύριε, διὰ νὰ τὸν πιστεύσω; 37 Εἶπε δὲ τότε εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Καὶ τὸν ἔχεις ἴδει τώρα μὲ τὰ μάτια σου καὶ αὐτός, ποὺ ὁμιλεῖ τὴν στιγμὴν αὐτὴν μαζί σου, ἐκεῖνος εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. 38 Αὐτὸς δὲ εἶπε· Πιστεύω, Κύριε· καὶ τὸν ἐπροσκύνησεν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριον.