Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 08/02/2026 - ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

 



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ                             08/02/2026

«Ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε και απολωλώς ην και ευρέθη.» (Λουκά ΙΕ’, 24)

          Την πορεία ενός αγίου μας δείχνει το σημερινό Ευαγγέλιο, αγαπητοί αδελφοί. Πώς κάποιος νεαρός απομακρύνθηκε από τον Θεό και πώς στην συνέχεια επέστεψε και ξαναμπήκε στον παράδεισο. Όλοι οι χριστιανοί αυτόν τον στόχο έχουμε. Να αγιάσουμε. Και αλίμονο αν δεν έχουμε αυτόν τον σκοπό στην ζωή μας! Όλοι πρέπει να θέλουμε να γίνουμε, όχι απλώς καλοί άνθρωποι, αλλά καλοί χριστιανοί, δηλαδή Άγιοι.

          Ένας πατέρας, λέει η σημερινή παραβολή, είχε δύο παιδιά, το ένα μεγαλύτερο και το άλλο μικρότερο. Το μικρότερο παλικάρι, κάποια στιγμή έκανε την επανάστασή του, θέλησε να φύγει από το πατρικό του σπίτι. Θεώρησε πως τον έπνιγε πολύ η μεγάλη αγάπη του πατέρα του. Πλησιάζει λοιπόν τον καλό του πατέρα και του ζητάει να του δώσει το μερίδιο της περιουσίας που του ανήκε. Ο καλός πατέρας που δεν ήθελε να στερήσει την ελευθερία από το παιδί του, του έδωσε σε χρήματα, το μερίδιό του. Το παλικάρι, φορτωμένο με χρήματα, έφυγε τρέχοντας να πάει όσο γίνεται πιο μακριά για να μη νιώθει την παρουσία του πατέρα του στη ζωή του, «έφυγε εις χώραν μακράν». Αγνό και απονήρευτο όπως ήταν, έπεσε στις απολαύσεις της κοσμικής ζωής. Νόμιζε πως σε αυτές θα έβρισκε την χαρά. Τον περιτριγύρισαν όμως ένα σωρό νεαροί και σε λίγο του έφαγαν όλα τα χρήματα που του έδωσε ο καλός πατέρας του. Στο τέλος, ρακένδυτος και πεινασμένος, κατάντησε να εκλιπαρεί για να του επιτρέψουν να βόσκει χοίρους, μήπως και μπορέσει να χορτάσει την πείνα του με τα χαρούπια που έτρωγαν οι χοίροι. Στο άθλιο αυτό κατάντημά του, έψαξε μέσα του. Συνήλθε. «Ελθών εις εαυτόν». Εκεί στο βάθος του, βρήκε ότι υπήρχε η θύμηση της αγάπης του πατέρα του. Φούντωσε η ελπίδα, ότι ο πατέρας είναι τόσο καλός, που αν επέστρεφε δεν θα τον έδιωχνε. Ναι, θα πάω στον καλό μου πατέρα, είπε. Μόλις σκέφτηκε τον πατέρα του, άρχισε να δουλεύει μέσα του η ευλογημένη μετάνοια. Πόνεσε για το μεγάλο του σφάλμα. Ο πόνος αυτός έδωσε φτερά στα πόδια του. Δεν άργησε να φτάσει απέναντι από το ευλογημένο πατρικό του σπίτι. Σηκώνει το κεφάλι του και τί βλέπει; Τον πατέρα του με ανοιχτές αγκάλες να έρχεται προς το μέρος του! Η μεγάλη συνάντηση! Ποιος ζωγράφος δεν θα ήθελε να απαθανατίσει αυτήν την εικόνα! Το παραστρατημένο παιδί επιστρέφει στην αγκαλιά του Μεγάλου – του καλού πατέρα. Ακούγεται το παιδί να ψελλίζει: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Μη με δεχτείς σαν παιδί σου, δεν είμαι άξιος να λέγομαι πλέον παιδί σου, δέξου με σαν έναν υπηρέτη σου». Ο πατέρας όμως δεν ακούει τίποτε. Αρκεί που έχει σφιχταγκαλιάσει το παιδί του και το φιλάει. Δίνει εντολή στους υπηρέτες: «Φέρτε την πρώτη του στολή και ντύστε το. Ετοιμάστε γλέντι να γιορτάσουμε, γιατί το παιδί μου ήταν χαμένο και βρέθηκε. Το παιδί μου ήταν νεκρό και να το, ζει!» Και όλοι μαζί γιόρτασαν με τον καλύτερο τρόπο την επιστροφή του Ασώτου, του χαμένου παιδιού! Επειδή «Χαρά γίνεται εν ουρανώ, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

Η παραβολή που μόλις ακούσαμε αγαπητοί αδελφοί, μας λέει ότι για να φθάσουμε στην αγιότητα συνεργάζονται δύο παράγοντες: Η αγάπη του Θεού Πατέρα και η δική μας μετάνοια. Η βεβαιότητα ότι η αγάπη του πατέρα του ήταν αστείρευτη, έκανε το παραστρατημένο παιδί να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αγαπητοί, όλους μας αγαπάει ο Θεός. Ο ίδιος, μας διαβεβαίωσε ότι ήλθε στον κόσμο για να σώσει όλους τους ανθρώπους και κυρίως τους αμαρτωλούς. Εκείνος έψαξε και βρήκε τους τελώνες και τις πόρνες για να  τους τραβήξει από το βούρκο της αμαρτίας και να τους πάρει κοντά του˙ κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε. Για μας έγινε άνθρωπος ο Χριστός. Μας αγαπάει, όχι απλώς πολύ, αλλά μας αγαπάει θεϊκά, αφού αυτός είναι αγάπη και θέλει «Πάντας ανθρώπους σωθήναι». Τι ζητάει όμως από μας ο Θεός για να μας οδηγήσει στον στόχο μας, στην αγιότητα; Μήπως ζητάει να γίνουμε Άγγελοι; Όχι. Ζητάει να μετανοήσουμε. Να του δώσουμε τις αμαρτίες μας για να τις εξαλείψει. «Κύριε, όλοι κάτι σου έδωσαν όταν γεννήθηκες στη Βηθλεέμ. Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτε». Έλεγε ο άγιος Αμβρόσιος στην προσευχή του την ημέρα των Χριστουγέννων και ακούει τη φωνή του Χριστού να του λέει: «Δεν ζητώ τίποτε από εσένα. Δώσε μου αυτό που είναι κατάδικό σου, δώσε μου τις αμαρτίες σου, για να τις εξαλείψω». Να μιμηθούμε τον Άσωτο. Όπως τον ακολουθήσαμε στον κατήφορο της αμαρτίας, να τον ακολουθήσουμε και στο δρόμο της επιστροφής. Να συνέλθουμε. Να αναλογιστούμε το αμαρτωλό παρελθόν μας και να προσπέσουμε στα πόδια του καλού πατέρα μας, του Θεού, και να αναφωνήσουμε μετανοημένοι «Πάτερ ήμαρτον. Τότε θα ανοίξουν οι ουρανοί για να μας υποδεχθούν. Τότε θα νιώσουμε τη ζεστασιά της αγκαλιάς του Θεού. Από μας εξαρτάται αν θα ενεργοποιηθούν οι δύο προϋποθέσεις που θα  μας οδηγήσουν στην πραγμάτωση του στόχου μας. Να δεχθούμε τη χάρη – την αγάπη του Θεού και να μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας.

Αδελφοί, τον προηγούμενο αιώνα έγινε το εξής γεγονός στην Ρωσία: Ένα παλικαράκι συνελήφθη από το κομουνιστικό καθεστώς και οδηγείτο στην εξορία της Σιβηρίας μαζί με άλλους κατάδικους. Στο δρόμο που πήγαιναν, μια ευσεβής χριστιανή γυναίκα έτρεξε και έδωσε στον καθένα ένα μικρό βιβλιαράκι, την Καινή Διαθήκη. Το παλικαράκι αυτό, δεν πίστευε στο Θεό. Πήρε την Καινή Διαθήκη για να μην προσβάλλει τη γυναίκα. Την έβαλε στην τσέπη του και σχεδόν την ξέχασε. Φθάνοντας στον τόπο της εξορίας συνέχισε να καπνίζει με την πίπα του καπνό, όπως πρώτα. Μια μέρα θέλησε να καθαρίσει την πίπα του και μην έχοντας κάτι άλλο να χρησιμοποιήσει, θυμήθηκε την Καινή Διαθήκη, που είχε στην τσέπη του και έκοψε το πρώτο φύλλο της καθαρίζοντας με αυτό τα υπολείμματα του καπνού. Αυτό γινόταν συνέχεια. Φύλλο με φύλλο κατέστρεψε όλο το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Στη συνέχεια το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο και έφτασε και στο κατά Λουκάν. Την ημέρα που θα έκοβε το ΙΕ’ κεφάλαιο, του δημιουργήθηκε η απορία να διαβάσει το φύλλο αυτό, προτού να το χρησιμοποιήσει. Και διάβασε: « Ένας πατέρας είχε δύο γιους…» κτλ.  Διάβασε όλη την παραβολή του ασώτου. Τον πήραν τα κλάματα και μονολογούσε: «Το ότι είμαι αμαρτωλός και άσωτος το ήξερα, το ότι υπάρχει ένας τόσο καλός πατέρας δεν μου πέρασε από το μυαλό». Αυτό έγινε αφορμή να μετανοήσει και να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους χριστιανούς λογοτέχνες. Αυτός είναι ο παγκοσμίως γνωστός Ντοστογιέφσκι που μίλησε στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων με τα βιβλία του.

          Αγαπητοί, ο Χριστός δεν μετράει τις αμαρτίες μας. Περιμένει την μετάνοιά μας. Το να μην αμαρτήσεις καθόλου είναι γνώρισμα των Αγγέλων. Το να παραμένεις στην αμαρτία αμετανόητος είναι διαβολικό. Το να μετανοείς για τις αμαρτίες σου είναι γνώρισμα των Αγίων.      

Αμήν.

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Φεβρουαρίου 2026



 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32



11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32


11 Διὰ νὰ κάμῃ δὲ σαφεστέραν καὶ περισσότερον καταληπτὴν τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, εἶπε καὶ τὴν ἀκόλουθον παραβολήν· ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς δηλαδή, εἶχε δύο υἱούς. 12 Καὶ εἶπεν εἰς τὸν πατέρα ὁ μικρότερος υἱός, ποὺ εἰκονιζει τὸν ἀποστάτην ἁμαρτωλόν, ὁ ὁποῖος φεύγει ἀπὸ τὴν ὑπακοὴν καὶ προστασίαν τοῦ ἐπουρανίου Πατρός· Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας, ποὺ μοῦ ἀνήκει. Καὶ ἐμοίρασεν ὁ πατὴρ καὶ εἰς τοὺς δύο υἱοὺς τὴν περιουσίαν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ καὶ εἰς τὸν ἁμαρτωλόν, ποὺ θέλει νὰ ζῇ μακρὰν ἀπὸ αὐτόν, παρέχει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ χαρίσματα, ποὺ ἐὰν αὐτὸς δὲν τὰ κατεχρᾶτο, θὰ τὸν ἔκαναν πραγματικῶς εὐτυχῆ καὶ μακάριον. 13 Καὶ ὁ νεώτερος υἱὸς ὕστερα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ ἐμάζευσεν ὅλα, ὅσα τοῦ ἔδωκεν ὁ πατέρας του, ἐταξίδευσεν εἰς μέρος μακρυνὸν καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν περιουσίαν του μὲ τὸ νὰ ζῇ βίον ἄσωτον καὶ παραλυμένον. Ἔτσι χωρίζουν καὶ τὸν ἁμαρτωλὸν αἱ ἁμαρτίαι του πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸν Θεόν, μὲ τὴν κατάχρησιν δὲ τῶν χαρισμάτων, ποὺ τοῦ ἔδωκεν ὁ οὐράνιος Πατήρ, ἑξαχρειώνεται καὶ διαφθείρεται. 14 Ὅταν δὲ ὁ νεώτερος υἱὸς ἐδαπάνησεν ὅλα, ὅσα εἶχεν, ἔγινε πεῖνα μεγάλη εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρχισε νὰ στερῆται. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀπεριόριστοι αἱ ἀπολαύσεις τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀθλιότητα καὶ τὸ κενόν, ποὺ δημιουργεῖ εἰς τὴν καρδίαν του ὁ ἄσωτος βίος καὶ ἡ στέρησις τῆς θείας παρηγορίας. 15 Καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς λόγῳ τῶν στερήσεων καὶ τῆς πείνας του ἐπῆγε καὶ προσελήφθη δοῦλος ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ τόπου ἐκείνου. Καὶ αὐτὸς τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του διὰ νὰ βόσκῃ χοίρους, ζῷα δηλαδὴ ἀκάθαρτα, ποὺ εἰς ἕνα Ἰουδαῖον, ὅπως ἦτο ὁ νεώτερος υἱός, ἐπροκάλουν τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀποστροφήν. Εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν καταπίπτει καὶ πόσον χάνει τὴν ἀξιοπρέπειάν του ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλός ! 16 Καὶ ἐπεθύμει ὁ νεώτερος υἱὸς νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα, τὰ ὁποῖα ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδιδε, διότι οἱ ὑπηρέται, ποὺ ἔκαναν τὴν διανομήν, ἐπέβλεπον νὰ τρέφωνται οἱ χοῖροι μὲ αὐτά. 17 Εἰς κάποιαν ὅμως στιγμὴν συνῆλθεν οὗτος εἰς τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν μέθην καὶ τὴν τρέλλαν τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε· πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονον καὶ περισσεύοντα τὸν ἄρτον, ἐγὼ δὲ κινδυνεύω νὰ χαθῶ ἀπὸ τὴν πεῖναν; Τὸ πρῶτον βῆμα τῆς μετανοίας, ἡ ὑπὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ συναίσθησις τῆς ἀθλιότητός του. 18 Εἰς τὴν συναίσθησιν αὐτὴν ἐπακολουθεῖ καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις. Θὰ σηκωθῶ, λέγει ὁ ἄσωτος, καὶ θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ εἴπω· Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἐκτελεῖται μετ’ εὐλαβείας τὸ θεῖον θέλημα ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀξιοῦν ὅλα τὰ κτίσματα νὰ συμμορφοῦνται πρὸς αὐτό, ὅπως σομμορφοῦνται καὶ αὐτοί, λυποῦνται δὲ διὰ τὴν ἀποστασίαν κάθε ἀνθρώπου· ἡμάρτησα καὶ ἐνώπιόν σου, διότι ἐπεριφρόνησα τὴν στοργήν σου καὶ δὲν ἐλογάριασα τὴν λύπην, ποὺ ἐδοκίμαζες, ὅταν ἔφευγα μακρὰν ἀπὸ σέ. 19 Καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὔτε ὡς μόνιμος δοῦλος σου παραμένων διαρκῶς ἐν τῇ οἰκίᾳ σου νὰ προσληφθῶ. Κάμε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτούς σου. 20 Καὶ ἡ σωτηριώδης ἀπόφασις ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ὁ ἄσωτος ἐσηκώθη καὶ ἦλθεν εἰς τὸν πατέρα του. Καὶ ἐνῷ αὐτὸς ἀπεῖχεν ἀκόμη μακράν, τὸν εἶδεν ὁ πατέρας του καὶ τὸν ἐλυπήθη καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν εἰς προυπάντησιν αὐτοῦ, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ ἐναγκαλισθεὶς αὐτὸν τὸν ἐφίλησε μὲ πόθον καὶ στοργήν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ὄχι μόνον δέχεται τὸν διὰ τῆς μετανοίας ἐπιστρέφοντα ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ καὶ προτοῦ ἀκόμη πλησιάσῃ αὐτὸς πρὸς τὸν Θεόν, σπεύδει ὁ Θεὸς πρὸς ἀναζήτησίν του καὶ τὸν ἐναγκαλίζεται μὲ στοργήν. 21 Παρὰ τὴν στοργὴν ὅμως τοῦ Πατρός, καὶ παρὰ τὴν ἐπελθοῦσαν συνδιαλλαγήν, ὁ υἱὸς συντετριμμένος ἔκαμε τὴν ἐξομολόγησίν του καὶ εἶπε: Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου. 22 Ὁ πατέρας δὲ τότε τὸν διέκοψε καὶ εἶπεν εἰς τοὺς δούλους του· Βγάλετε ἔξω τὴν πιὸ καλὴν φορεσιάν, ἀπὸ ὅσας ἔχομεν, φορεσιὰν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ποὺ ἐφοροῦσε προτοῦ φύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς θὰ ἐντρέπεται εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εἶναι, νὰ τὴν φορέσῃ, ἐνδύσατέ τον σεῖς, διὰ νὰ μὴ εἶναι πλέον γυμνὸς καὶ κουρελιάρης. Καὶ δώσατε δακτυλίδιον εἰς τὸ χέρι του νὰ τὸ φορῇ, ὅπως φοροῦν οἱ κύριοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι. Δώσατέ του καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, νὰ μὴ περιπατῇ ἀνυπόδητος ὅπως οἱ σκλάβοι. Τὸν ἀποκαθιστῶ δηλαδὴ ἐξ ὁλοκλήρου είς τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα, ποὺ εἶχε προτοῦ ἀσωτεύσῃ. 23 Καὶ ἐπὶ πλέον διατάσσω νὰ φέρετε καὶ νὰ σφάξετε ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ μοσχάρια, ποὺ τὸ τρέφομεν ξεχωριστὰ διὰ κάποιαν χαρμόσυνον καὶ ἐξαιρετικὴν περίστασιν. Καὶ ἀφοῦ φάγωμεν, ἀς χαρῶμεν καὶ ἀς διασκεδάσωμεν μὲ τραγούδια καὶ μὲ χορούς. 24 Διότι ὁ υἱός μου αὐτὸς ἕως πρὸ ὀλίγου ἦτο πεθαμένος καὶ ἑξαναζωντάνευσε· καὶ ἦτο χαμένος καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. 25 Ὁ μεγαλύτερος δὲ υἱός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὠμοίαζον οἱ Φαρισαῖοι, ἦτο εἰς τὸ χωράφι. Καὶ καθὼς ἤρχετο καὶ ἐπλησίαζεν εἰς τὸ σπίτι, ἤκουσεν ὄργανα καὶ τραγούδια καὶ χορούς. 26 Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσεν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, ποὺ ἐστέκοντο ἀπ’ ἔξω, ἠρώτα νὰ μάθῃ σὰν τὶ τάχα νὰ ἦσαν αὐτά; 27 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπεν· ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἦλθε καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ μοσχάρι τὸ θρεφτό, διότι τοῦ ἦλθε πάλιν ὑγιὴς 28 Ὅπως δὲ οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίζοντο, ὅταν ἔβλεπαν τὸν Κύριον νὰ συναναστρέφεται καὶ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἁμαρτολους, ἔτσι καὶ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε να ἔμβῃ εἰς τὸ σπίτι. Ὁ πατέρας του λοιπὸν μὲ τὴν αὐτὴν στοργήν, ποὺ ἐδέχθη τὸν νεώτερον, ἐβγῆκε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ τὸν παρεκάλει. 29 Ἀλλ’ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἀπεκρίθη καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα· Ἰδού, τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καί ποτὲ προσταγὴν δὲν παρέβην. Καὶ δὲν μοῦ ἔδωκες ποτὲ οὔτε ἕνα ἐρίφιον διὰ εὐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου. (Πόσον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλανᾶται ! Ἐὰν ὑπῆρξε τόσον πειθαρχικὸς πρὸς τὸν πατέρα πῶς τώρα μετὰ τόσου πείσματος παρακούει αὐτόν; Πότε δὲ ζήτησεν ἐρίφιον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ὁ πατὴρ δὲν τοῦ ἔδωκε;). 30 Ὅταν δὲ ἦλθεν ὁ προκομμένος αὐτὸς υἱός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσίαν σου μὲ πόρνας, ἔσφαξες δι’ αὐτὸν τὸ μοσχάρι, ποὺ τὸ εἴχαμεν θρεφτάρι. Δηλαδὴ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς μετεχειρίσθη τὴν ἀλαζονικὴν γλῶσσαν τῶν Φαρισαίων, ποὺ περιφρονοῦσαν τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἐνόμιζαν, ὅτι μόνον αὐτοὶ ὡς δίκαιοι εἶχαν δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. 31 Καὶ ὁ πατέρας τότε τοῦ εἶπε· Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντα μαζί μου. Καὶ ὅλα ὅσα ἔχω, ἰδικά σου εἶναι. 32 Ἔπρεπε δὲ καὶ σὺ νὰ εὐφρανθῇς καὶ νὰ χαρῇς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ τόσην περιφρόνησιν ὁμιλεῖς ἦτο νεκρὸς καὶ ἔζησε πάλιν· καὶ χαμένος ἦτο καὶ εὑρέθη.