ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ 17-05-2026
«Πιστεύω, Κύριε∙ και προσεκύνησεν
αυτώ.»
Για
έναν άνθρωπο που γεννήθηκε χωρίς μάτια, μας μιλάει το σημερινό ευαγγέλιο αγαπητοί
αδελφοί. Για έναν εκ γενετής τυφλό.
Ο
άνθρωπος αυτός ήταν και άτυχος και τυχερός. Άτυχος γιατί δεν είχε τη δυνατότητα
να απολαμβάνει τις ομορφιές της φύσεως, όπως όλοι οι άνθρωποι, τυχερός όμως
γιατί από εκείνον τον δρόμο που καθόταν και ζητιάνευε, πέρασε ο Χριστός. Πάνω
σ’ αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός έκανε ένα θαύμα πολύ διαφορετικό από τα άλλα.
Ένα θαύμα που δείχνει ότι ο Χριστός είναι αυτός που δημιούργησε από το μηδέν,
όλον τον κόσμο. Ο τυφλός αυτός δεν είχε ποτέ μάτια. Χρειάστηκε να του
δημιουργήσει ο Χριστός μάτια. Όχι να του θεραπεύσει τα άρρωστα μάτια, όπως έκανε
σε άλλη περίπτωση. Και μάλιστα χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο που χρησιμοποίησε
όταν δημιούργησε τον Αδάμ. Πήρε χώμα, το ανακάτεψε με το σάλιο Του, έφτιαξε
πηλό και τον έβαλε στις άδειες κόγχες, στα βαθουλώματα του προσώπου του και του
είπε να πάει να πλυθεί στη δεξαμενή του Σιλωάμ. Και όντως δημιουργήθηκαν μάτια
από το τίποτα. Αναπαράσταση της Δημιουργίας.
Για
τον άνθρωπο όμως αυτόν, από δω και στο εξής δημιουργήθηκαν προβλήματα. Άλλοι
τον αναγνώριζαν, άλλοι δεν τον αναγνώριζαν ότι είναι ο τυφλός ζητιάνος.
Χρειάστηκε να έλθουν οι γονείς του για να επιβεβαιώσουν ότι αυτό είναι όντως το
τυφλό παιδί τους.
Το
θέμα έφτασε στο συνέδριο των Φαρισαίων. Αυτοί εκ των προτέρων απέρριπταν το
θαύμα. Πολύ δε περισσότερο αφού έγινε ημέρα Σάββατο. Προσπάθησαν να πείσουν
ακόμη κι αυτόν τον πρώην τυφλό ότι ο Χριστός είναι αμαρτωλός, αφού καταλύει την
αργία του Σαββάτου. Στην επιμονή του τυφλού, ότι οπωσδήποτε ο Ιησούς που του
χάρισε μάτια είναι άνθρωπος του Θεού, οι Φαρισαίοι τον πέταξαν έξω βρίζοντάς
τον. Ήταν τόσος ο φόβος που έσπειραν οι Φαρισαίοι, ώστε και οι ίδιοι οι γονείς
του τυφλού, δεν τόλμησαν να πουν καλό λόγο για τον Χριστό, γιατί θα τους
αφόριζαν.
Μετά
από αυτά, ο Χριστός φρόντισε να συναντήσει τον τυφλό και να τον ενθαρρύνει. Του
αποκαλύφθηκε ότι αυτός τον θεράπευσε κι ο τυφλός γεμάτος ευγνωμοσύνη έπεσε και
τον προσκύνησε ομολογώντας την πίστη του σ’ Αυτόν. Σημειώνει ο Ευαγγελιστής την
αντίδραση του θεραπευμένου τυφλού, όταν του είπε ο Κύριος, ότι εγώ είμαι ο Υιός
του Θεού, εγώ που σου μιλώ τώρα και με βλέπεις με τα μάτια που σου δημιούργησα.
Και ο τυφλός: «Πιστεύω, Κύριε∙ και προσεκύνησεν αυτώ.»
Αξίζει,
αγαπητοί αδελφοί, να προσέξει και να εξάρει κανείς, το θάρρος αυτού του
ανθρώπου. Χαρακτηρίζεται ως ο πρώτος ομολογητής της πίστεως. Κλήθηκε να ομολογήσει
ότι ο Χριστός που του χάρισε το φως του είναι ο Υιός του Θεού. Οι άρχοντες του
λαού είχαν δώσει διαταγή, κανείς να μην τολμήσει να πει ότι είναι άνθρωπος του
Θεού. Βλάσφημο τον ανέβαζαν, αμαρτωλό τον κατέβαζαν. Όποιος τολμούσε να μιλάει
με καλά λόγια για τον Ιησού από την Ναζαρέτ, τον έκαναν αποσυνάγωγο. Τον
αφόριζαν. Διά τον φόβο των Ιουδαίων, ούτε οι γονείς του τόλμησαν να πουν ότι ο
Χριστός τον έκανε καλά. Ρωτήστε τον ίδιο, είπαν στο συνέδριο. Ομολογούμε ότι
είναι το παιδί μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός, αλλά πώς έγινε καλά δεν γνωρίζουμε.
Εγκαταλελειμμένος και από τους γονείς
του, απομακρυσμένος από όλους, διωγμένος από τους Φαρισαίους, ο τυφλός καλείται
να ομολογήσει ότι ο Χριστός είναι Θεός, αφού του δημιούργησε μάτια. Και όμως
δεν δίστασε. Ναι, ο Χριστός είναι από τον Θεό, ομολογούσε μέσα στο συνέδριο.
Όσα σαθρά επιχειρήματα κι αν του αντέτειναν, εκείνος φώναζε: Ναι, ο Χριστός
είναι Προφήτης σταλμένος από τον Θεό. Και πώς τον έδιωξαν από το συνέδριο; Τι
μ’ αυτό; Γι’ αυτόν ο Χριστός είναι Θεός. Και το αποκορύφωμα μπροστά στον
Χριστό: «Πιστεύω, Κύριε∙ και προσεκύνησεν αυτώ.»
Φωτεινό
παράδειγμα για όλους μας ο τυφλός του σημερινού ευαγγελίου, αγαπητοί αδελφοί.
Όπως ο Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», έτσι κι ο
πόλεμος εναντίον του και εναντίον όλων εκείνων που τολμούν να τον αγαπούν και
να τον πιστεύουν είναι διαχρονικός. Εξ’ άλλου κι ο ίδιος μας το είπε: «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν,
καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Το ερώτημα απευθύνεται στον καθένα μας προσωπικά.
Εμείς τι θα κάνουμε; Θα υπερασπιζόμαστε την πίστη μας και την αγάπη μας στον
Χριστό, σ’ όλη μας τη ζωή; Οι πολέμιοι οι ίδιοι. Οι άπιστοι. Οι κατέχοντες την
εξουσία. Το κοινωνικό και επαγγελματικό μας περιβάλλον. Πολλές φορές όμως
έρχεται ο πόλεμος πιο κοντά μας. Στο οικογενειακό μας περιβάλλον. Πόσα παιδιά
δεν ειρωνεύονται τους ηλικιωμένους γονείς τους που τολμούν να εκκλησιάζονται
και να κοινωνούν τακτικά; Ο παππούς και η γιαγιά που κρατάνε τις χριστιανικές
παραδόσεις είναι καθυστερημένοι. Είναι του παλιού καιρού. Αυτός που τολμάει να
εξομολογηθεί, θα ακούσει το ειρωνικό: «Πού ζεις καημένε;». Αν τολμήσεις και
χαιρετήσεις με το «Χριστός Ανέστη» τις ημέρες του Πάσχα, σε κοιτάζουν παράξενα
και σε χαρακτηρίζουν σαν οπισθοδρομικό. Επιτρέπεται στον 21ο αιώνα
να εκκλησιάζεσαι; Πόσο πίσω είσαι και κάνεις τον σταυρό σου όταν περνάς έξω από
την εκκλησία, ή όταν κάθεσαι στο τραπέζι; Είναι γνώρισμα σύγχρονου ανθρώπου, να
προσεύχεται και να επικαλείται στη ζωή του, την βοήθεια του Θεού και την
προστασία της Παναγίας; Ακόμα δεν έβγαλες από το λεξιλόγιο σου τις φράσεις:
«Δόξα τω Θεώ» και «Πρώτα ο Θεός»; Μα πού ζεις; Ο άνθρωπος έφτασε στο φεγγάρι
και φιλοδοξεί να χτίσει πολυκατοικίες στα άστρα και εσύ ακόμα διαβάζεις την
Αγία Γραφή;
Αυτά είναι λίγα από τα πολλά που ακούει
καθημερινά ο Χριστιανός που έχει φλόγα μέσα του για την αγάπη του Χριστού.
Λέγονται κι άλλα πιο βαριά και βλάσφημα για τον Χριστό, για την Παναγία, για
τους Αγίους, που δεν μπορούμε να λερώνουμε το στόμα μας επαναλαμβάνοντάς τα.
Τέτοια άπρεπα και προσβλητικά, άκουγε κι ο τυφλός μας, μέσα στο συνέδριο και
έξω απ’ αυτό για τον Χριστό. Αλλά δεν ίδρωνε το αυτί του. Εκείνος ζούσε την
χαρά του. Ο Χριστός μου χάρισε μάτια. Ο Χριστός είναι Θεός. Όσο κι αν φωνάζετε
εσείς Φαρισαίοι, όσο κι αν ωρύεστε ο Χριστός είναι Θεός. Και δεν έχει ανάγκη
από σας να το ομολογήσετε. Ο ήλιος είναι ήλιος, όσο κι αν τον πετροβολάτε, οι πέτρες
γυρνάνε στο κεφάλι σας. Όσο κι αν τον φτύνετε, το πρόσωπό σας φτύνετε.
Τον έδιωξαν. Και λοιπόν; Ο Χριστός τον
περίμενε. Τον περιφρόνησαν. Τον έκαναν αποσυνάγωγο. Δεν θα μπορούσε να πηγαίνει
στη Συναγωγή τους. Και τι μ’ αυτό; Λίγο πιο κάτω τον περίμενε ο Χριστός. Τον
αναζήτησε και τον βρήκε. «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» τον ρώτησε. «Πιστεύω,
Κύριε», απάντησε και «προσεκύνησεν αυτώ». Αντάλλαξε την συναγωγή με το
γονάτισμα στα πόδια του Χριστού!
Τι κι αν σε καταπολεμούν οι άνθρωποι,
αδελφέ μου. Τι κι αν σε περιφρονούν; Τι κι αν αρνούνται να σε έχουν στην παρέα
τους; Πιστεύεις στον Χριστό; Αγαπάς τον Χριστό; Όλα τα άλλα είναι μικρά μπροστά
στον Χριστό. Θα σου πει ο Απόστολος Παύλος: Όλα τα ανθρώπινα συγκρινόμενα με τη
ζεστασιά που απορρέει από την αγάπη του Χριστού, είναι «σκύβαλα». Όταν φωλιάσει
στην καρδιά μας η πίστη και η αγάπη του Χριστού, δεν λογαριάζουμε τι λένε οι
άνθρωποι. Δεν φοβόμαστε τις απειλές τους. Δεν μετράει για μας η γνώμη τους. Όσο
μας αποφεύγουν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερο πηγαίνουμε κοντά στον αγαπημένο
μας Χριστό. Η κάθε ημέρα μας είναι κι ένα βήμα προς τον Χριστό. Συνέχεια
θυμόμαστε τον τυφλό του ευαγγελίου και με ευλάβεια τον προσκυνούμε. Με όλη μας
την καρδιά επαναλαμβάνουμε τα λόγια του τυφλού «Πιστεύω, Κύριε» ότι είσαι ο
μόνος αληθινός Θεός. Ο Σωτήρας μου κι ο Σωτήρας όλου του κόσμου.
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου