ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ 01/02/2026
«Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ
εκείνος» (Λουκά ΙΗ’,14)
Όλοι μας, αγαπητοί αδελφοί, θα θέλαμε κατά την ώρα της
προσευχής μας να αισθανόμαστε ότι ο Θεός μάς ακούει και ανταποκρίνεται. Θα επιθυμούσαμε
κάθε φορά ο διάλογός μας με τον Θεό να είναι ζωντανός. Μιλάμε με τον Θεό κι
εκείνος μας απαντάει. Η ψυχή μας, κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, συνομιλεί με τον
πατέρα της και γεμίζει από χαρά. Όταν νιώσει αυτήν την χαρά η ψυχή μας, της
δημιουργείται η επιθυμία να συνομιλεί όλο και περισσότερο με τον Θεό.
Καταφεύγει συνεχώς στην προσευχή, απολαμβάνει αυτήν την παρουσία του Θεού και
καταλήγει στην παραγγελία του αποστόλου Παύλου: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ποιά
είναι όμως τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει η προσευχή μας και πώς πρέπει
να αισθανόμαστε όταν μιλάμε με τον Θεό;
Αυτό ήθελε να διδάξει ο Χριστός λέγοντας την παραβολή του «Τελώνου και
του Φαρισαίου», που ακούσαμε σήμερα.
Μπήκαν, λέει η παραβολή, στον ναό δύο άνθρωποι για να
προσευχηθούν. Δύο άνθρωποι που όσοι τους γνώριζαν ήξεραν πως είναι εντελώς
αντίθετοι. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος ήταν Τελώνης. Για τον Φαρισαίο
είχαν την εντύπωση ότι ήταν ο καλός. Ο φίλος του Θεού, που η ζωή του ήταν πάντα
σύμφωνη με τον νόμο και τις εντολές του Θεού. Για τον άλλον, τον Τελώνη,
πίστευαν ότι αυτός είναι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Ανέβηκαν λοιπόν
και οι δύο στον ναό για να ανοίξουν την καρδιά τους στο Θεό. Ο Φαρισαίος
στάθηκε στο μέσον του ναού για να φαίνεται και να ακούγεται από όλους τους
ανθρώπους και έλεγε στον Θεό: «Κύριε σε ευχαριστώ γιατί κατάφερα να είμαι σαν
εσένα κι όχι σαν τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχω τα ελαττώματά τους. Εκείνοι
είναι άρπαγες, άδικοι, ανήθικοι». Δείχνοντας δε προς το μέρος του Τελώνη είπε:
«Πολύ δε περισσότερο δεν είμαι σαν αυτόν εδώ τον αμαρτωλό Τελώνη». Και αφού
κατηγόρησε και κατέκρινε όλους τους ανθρώπους, στη συνέχεια έπλεξε το εγκώμιο
στον εαυτό του, παρουσιάζοντάς τον δίκαιο και τέλειο, που έχει όλες τις αρετές.
Εγώ, λέει στον Θεό, λες κι ο Θεός δεν τον ήξερε, νηστεύω όπως ορίζει ο νόμος Σου
δύο φορές την εβδομάδα και κάνω ελεημοσύνες, δίνοντας στους φτωχούς το ένα
δέκατο από τα εισοδήματά μου. Κάπως έτσι ήταν η προσευχή του Φαρισαίου. Αυτοί
που τον άκουγαν, αλλά και αυτός ο ίδιος, είχε την ιδέα ότι έτσι πρέπει να είναι
κι έτσι πρέπει να αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και την ώρα που ανοίγει την
καρδιά του και συνομιλεί με τον Θεό διά της προσευχής.
Συνεχίζοντας η παραβολή μάς περιγράφει και τον Τελώνη
προσευχόμενο. Αυτός καθόταν μακριά. Γονατιστός κάπου σε μια γωνιά, έβλεπε
συνέχεια μέσα του. Ζούσε την αμαρτωλότητά του. Πονούσε γι’ αυτήν και δεν
τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον Θεό. Σαν σε ταινία περνούσαν
μπροστά από τα μάτια της συνειδήσεώς του, όλες οι αμαρτίες του. Μόνο αυτές
έβλεπε. Δεν έβρισκε καμία αρετή στον εαυτό του. Κι αν είχε κάνει κάτι καλό,
επισκιαζόταν από το πλήθος των αμαρτιών του. Βυθισμένος μέσα στο βούρκο της
αμαρτωλότητάς του, δεν ερχόταν στα χείλη του άλλος λόγος παρά το: Θεέ μου,
σπλαχνίσου με και ελέησέ με. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Την ιερότατη
ώρα της προσευχής του, δεν τολμούσε να ξεγελάσει ούτε τον εαυτό του, ούτε τον
Θεό. Δεν περίμενε ούτε επιζητούσε να τον επαινέσει ο Θεός. Ούτε φοβόταν όμως
πως θα τον τιμωρήσει! Ζούσε την πατρική αγάπη του Θεού και προσπαθούσε να
κολυμπήσει μέσα στο πέλαγος της άπειρης ευσπλαχνίας του. Γνώριζε πολύ καλά, ότι
στη συνείδηση των ανθρώπων ήταν καταδικασμένος. Φαίνεται όμως πως γνώριζε καλά
ότι ο Θεός σκέπτεται και κρίνει διαφορετικά. Είναι σίγουρος πως ο Θεός θέλει
αυτός να σωθεί κι όχι να καταδικαστεί, γι’ αυτό παρακαλεί τον Θεό να τον
σπλαχνιστεί και να τον συγχωρήσει. Δεν κρύβει την αμαρτωλότητά του, αντίθετα
την παραδέχεται και την αποκαλύπτει. Ομολογεί πως είναι αμαρτωλός και θέλει ο
Θεός να τον αντιμετωπίσει σαν αμαρτωλό. Δεν δικαιολογεί τα σφάλματά του. Τα
παραδέχεται, αλλά θέλει να τα ξεφορτωθεί. Κουράστηκε να τα κρύβει στο
υποσυνείδητό του. Κάνει την εξομολόγησή του μπροστά στον Θεό. Επαναλαμβάνει το
«Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και κάθε φορά έρχεται στο μυαλό του και μία
αμαρτία. Την πετάει μέσα στο άπειρο έλεος του Θεού και αλαφρώνει. Τι κρίμα γι’ αυτόν
που έζησε πριν την Πεντηκοστή! Δεν έχει την δυνατότητα να καταφύγει στο
επιτραχείλι του πνευματικού και να ακούσει και με τα σωματικά του αυτιά το
«Τέκνον αφέονταί σου αι αμαρτίαι σου». Όμως τελικά απολαμβάνει το αίσθημα ότι ο
Θεός δεν τον απορρίπτει όπως τον απορρίπτουν οι άνθρωποι, όπως το έκανε μόλις
τώρα και ο Φαρισαίος.
Τι έγινε τελικά; Και ο Φαρισαίος προσευχήθηκε κι ο Τελώνης
προσευχήθηκε. Ποιόν από τους δύο άκουσε ο Θεός; Μας το λέει στη συνέχεια η
παραβολή. Τελειώνει ο Χριστός λέγοντας, επέστρεψε στο σπίτι του δικαιωμένος ο
Τελώνης κι όχι ο Φαρισαίος. Πόσο διαφορετικά κρίνει ο Θεός από εμάς τους
ανθρώπους! Εμείς κρίνουμε και αξιολογούμε με βάση αυτά που φαίνονται, ενώ ο
Θεός βαθμολογεί με βάση αυτά που γίνονται μέσα στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και
δεν τα βλέπουμε εμείς. Μόνο ο Θεός γνωρίζει αυτά που γίνονται στο βάθος της
ύπαρξης του καθενός μας!
Αγαπητοί αδελφοί, και εμείς καταφεύγουμε στην προσευχή. Και
εμείς συνεχώς συνομιλούμε με τον Θεό. Και εμείς θα θέλαμε να αισθανόμαστε ότι ο
Θεός μάς ακούει με προσοχή και είναι πάντα πρόθυμος να πλημμυρίσει την καρδιά
μας με την παρουσία Του. Να μιλάμε λοιπόν σε Αυτόν όπως ο Τελώνης. Να αισθανόμαστε την αμαρτωλότητά μας. Την ώρα
της προσευχής μας, να φέρνουμε στον νου μας, όλες τις αμαρτίες μας. Μία – μία
ξεχωριστά. Να λυπόμαστε για τα σφάλματά μας και να παρακαλούμε το Θεό να μας
ευσπλαχνιστεί και να μας συγχωρήσει. Να γνωρίζουμε καλά ότι ο Θεός δεν είναι
τιμωρός. Απλώς, δεν στέλνει τη χάρη του στους υπερήφανους και σ’ αυτούς που δεν
αναγνωρίζουν ταπεινά τις αμαρτίες τους και δεν ζητάνε το έλεός Του! Όταν έχεις
την ιδέα ότι είσαι καλός, όταν βλέπεις στη ζωή σου μόνο αρετές και αναμοχλεύεις
τα δήθεν κατορθώματά σου, απομακρύνεις την χάρη του Θεού, γιατί ο Θεός δίνει τη
χάρη Του μόνο στους ταπεινούς. Ο εγωιστής και υπερήφανος δεν πρόκειται να
απολαύσει ποτέ την παρουσία του Θεού στη ζωή του.
Ας έχουμε λοιπόν αδελφοί, ταπεινή ιδέα για τον εαυτό μας.
Ας φέρνουμε συνέχεια στο μυαλό μας τις αμαρτίες μας κι ας επαναλαμβάνουμε τα
λόγια του αμαρτωλού Τελώνη: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μόνο τότε θα νιώθουμε
μια άρρητη κρυφή χαρά κάθε φορά που κάνουμε την προσευχή μας!
Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου